Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Why Taj Mahal feel so bad?

Heartworn Highways-1976


Το κεφάλι μου είναι βαρύ και τα μάτια μου κλείνουν. Νιώθω την νυχτερινή ψύχρα να μου χαϊδεύει τα χέρια και το πρόσωπο. Έχω μαζέψει δίπλα μου αρκετά κουτιά μπύρας από αυτή τη φτηνή την μαυροκόκκινη. Έχει αστέρια απόψε και τα σπίτια τα κρύβουν, αλλά μου αρκεί αυτό που στέκεται πάνω από το απέναντι σπίτι. Ανάβω το τσιγάρο που παίζω για ώρα στα δάχτυλά μου και ο καπνός περνάει σχεδόν από μέσα μου, μόλις που είμαι αρκετά συμπαγής για να τρέξει το οινόπνευμα μέσα στο αίμα μου. Ευτυχώς.
Κοιτάζω τους γύρω μου με προκλητικά χαζό βλέμμα μέσα από τα μαύρα γυαλιά μου και αυτοί ανταποδίδουν. Τα μάτια μου βλέπουν θολά. Αποκοιμιέμαι αγκαλιάζοντας τον ουράνιο θόλο και στο μυαλό μου να τρέχουν οι προηγούμενες ζωές μου, να με φωνάζουν να τις δω απόψε στα όνειρά μου.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

It's only logical.

Mr. Spock

Έφυγε ο κύριος Σποκ, ο πρώτος αξιωματικός του Enterprise, στην σειρά που μας έμαθε τα διαγαλαξιακά ταξίδια, τους εξωγήινους πολιτισμούς, την κοινωνία χωρίς χρήμα αλλά και το ότι η περιπέτεια και η εξερεύνηση δεν σταματούν ποτέ.
Πολλά μπορούν να γραφτούν για τον κύριο Σποκ και το Σταρ Τρεκ, το πώς μας βοήθησε να μάθουμε πράγματα, να ταξιδέψουμε και άλλοι μάλλον θα τα γράψουν καλύτερα. Εμείς του ευχόμαστε καλό ταξίδι, λυπόμαστε μα η λύπη μας δεν θα κρατήσει πολύ, γιατί ξέρουμε ότι θα τον ξαναδούμε πέρα από το Άλφα του Κενταύρου, πέρα από τα νεφελώματα ή και σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Όπως τον ξαναείδε ο Κερκ στον Genesis.


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Wednesday i'm in love.

Black Flag- Nervous Breakdown



Είχα αφήσει το παράθυρο λίγο ανοιχτό για να μπει το φως μόλις ξημερώσει. Γυρίζω πλευρό και βρίσκω τον πονοκέφαλο ο οποίος υπάρχει σε ευθεία αντιστοιχία με τους πύργους από κουτάκια μπύρας απέναντί μου. Του λέω καλημέρα, σηκώνομαι, ντύνομαι και φοράω τα γυαλιά μου σαν καλό βαμπίρ, κλείνω το φέρετρό μου και πάω στην κουζίνα. Ενώ οι Butthole Surfers φωνάζουν από το δωμάτιό μου, εγώ φτιάχνω το πρωινό μου αίμα και αναρωτιέμαι τι θα καπνίσω σήμερα. Με πολύ κόπο κατασκευάζω δύο τσιγάρα, σπάω λίγη παρακεταμόλη και την σνιφάρω, πίνω μια γουλιά αίμα και καπνίζω.
Θέλω να πυροβολήσω πράγματα, όχι ανθρώπους, πράγματα, όπως κάνουμε πολλές φορές με τον πατέρα μου τα πρωινά της Κυριακής. Ντυνόμαστε καλά για το κρύο, παίρνουμε ζεστό καφέ, στρίβουμε τσιγάρα να έχουμε έτοιμα, οδηγούμε ένα μισάωρο έξω από την πόλη ακούγοντας ραδιόφωνο και πυροβολούμε πράγματα και τα καταστρέφουμε χαμογελώντας. Γυρίζουμε σπίτι πιο ήρεμοι και πιο χαρούμενοι από πριν, με χαμόγελο για το νόστιμο φαγητό της Κυριακής. Έχουμε καιρό να το κάνουμε και μόλις πάω σπίτι είναι το πρώτο πράγμα που θα του πω.
Δεν έχω κάτι να πυροβολήσω και έτσι αρκούμαι στο να πιω λίγο αίμα και να ακούσω μουσική. Τα σύννεφα έφυγαν σήμερα το πρωί και ο ήλιος λάμπει από το απέναντι σπίτι. Πρέπει να μαγειρέψω και να φάω κιόλας. Το αναβάλλω συνεχώς σαν ξυπνητήρι Δευτέρας, χωρίς όμως τα κλάματα και τις βρισιές. Μια μέρα από αυτές θα ξυπνήσω και θα έχω τα πάντα έτοιμα και θα πηγαίνω χορεύοντας να πάρω το πρωινό μου. Και θα είμαι κανονικό βαμπίρ. Правда, правда.



Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Sleep.


Thy Serpent- Forests Of Witchery (1996)



Το φως παίζει και χάνεται πάνω στον τοίχο, χωρίζεται και απορροφάται από τα φωσφοριζέ αστέρια πάνω από το κεφάλι μου. Το σφραγισμένο παράθυρο που οδηγεί στον κόσμο της κουζίνας αναβοσβήνει και ακούω ήχους παρασκευής καφέ ενώ μισοκοιμάμαι.

Οι ήχοι των ονείρων μου μπλέκονται με την ανοιχτή μπαλκονόπορτα και τις σταγόνες της βροχής και με τραβούν πιο βαθιά μέσα στα δάση με τα πεσμένα φύλλα που επισκεπτόμουν παιδί, μαζί με όλους τους κατοίκους τους. Ακολουθώ με μία βαθιά ανάσα.
Περπατάω γρήγορα ανάμεσα στις θαμπές σκιές των ψηλών δέντρων κάτω από τα πυκνά σύννεφα, ένας απαλός αέρας αγγίζει το πρόσωπό μου και μερικές λεπτές ακτίνες του ήλιου ξεφεύγουν από το γκρίζο πέπλο τους για να μου δείξουν τον δρόμο. Οι φωλιές των πουλιών χτισμένες στις κορυφές των κλαδιών με κοιτάζουν σαν σιωπηροί πύργοι, το πρώτο καλωσόρισμα στον κόσμο τους.

Ανοίγω τα μάτια και βρίσκω τον εαυτό μου καθιστό στο κρεβάτι, με την πλάτη να ακουμπά σε ένα μαλακό μαξιλάρι και το πάπλωμα να καλύπτει τα πόδια μου.  Τεντώνομαι και η ώρα έχει περάσει. Έξω ακόμα βρέχει και έχει σκοτάδι. Στρίβω ένα τσιγάρο και μέσα από τον διάδρομο φτάνω στο σαλόνι και καπνίζω παρέα με τη γάτα της οποίας το πρόγραμμα ύπνου είναι χειρότερο από το δικό μου. Από το δίπλα δωμάτιο βλέπω ένα αχνό γαλάζιο φως και ανεπαίσθητους ήχους από σειρά, μόνο σημάδι ζωής του κατοίκου του. Γυρίζω στο δωμάτιο και ξαπλώνω, περιμένω το πάπλωμα να ζεσταθεί και τα μάτια μου βαραίνουν.

Το ρυάκι διαπερνά συστάδες από βελανιδιές και θάμνους, ο ήχος του νερού που κυλάει πάνω στις γυαλισμένες από τον χρόνο πέτρες με κάνει να σταθώ στην όχθη του για αρκετή ώρα. Οι πρώτες σταγόνες βροχής ήρθαν και τις νιώθω στο χέρι μου πιο καθαρές από ποτέ. Σηκώνομαι και κάθομαι κάτω από μία μικρή και ζεστή σπηλιά φτιαγμένη από θάμνους, βράχια και βρύα, ένα πράσινο κοίλωμα μέσα στην πέτρα. Μόλις η βροχή κοπάζει  ακολουθώ ένα μονοπάτι που οδηγεί βαθιά στα δέντρα που στέκονται σαν μεγαλοπρεπείς αψίδες και αλλάζουν το φως με τα πυκνά κλαδιά τους να μπλέκονται.

Το πρώτο φως της μέρας μπαίνει από το παράθυρο και χαϊδεύει τα μάτια μου, σε λίγο θα πρέπει να αφήσω το ζεστό πάπλωμα και να ετοιμαστώ. Ανασηκώνομαι και κοιτάζω την βροχή που καλύπτει την πόλη σαν ένας πυκνός λαβύρινθος από ιστούς που χορεύουν πάνω από τα σπίτια. Η γάτα κουλουριάζεται στα γόνατα μου και με κοιτάζει ενώ την σκεπάζω με το πάπλωμα. Λέω καλημέρα και βγαίνω στον διάδρομο.









Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Permanent vacation.

Permanent Vacation (1980)



   Ξημέρωσαν χριστούγεννα στον καναπέ. Σχεδόν κοιμάμαι. Η κουκούλα μου κρύβει το πρωινό φως που παίζει με τις σκιές και τα νεύρα μου. Μία υποψία κουβέρτας καλύπτει το δεξί μου μπράτσο και το ζεσταίνει. Η ώρα πήγε εφτάμιση και έχω πονοκέφαλο. Θέλω ντεπόν αλλά βαριέμαι να της ζητήσω. Σχεδόν κοιμάται. Και οι δυο τους. 
  Αφήνω το σαλόνι πίσω μου και περπατάω σε έναν μικρό, ελάχιστα φωτισμένο διάδρομο παραπατώντας. Τα ρούχα μου μυρίζουν τσιγάρο, πολυκοσμία και χυμένο ρούμι (ή ο,τι ήταν αυτό που πίναμε, μου είπαν ρούμι). Κρυώνω και ανοίγω την μπαλκονόπορτα να βγάλω τα παπούτσια μου. Απέναντι βλέπω παλιά σπίτια στη σειρά, κιτρινισμένα από τα σύννεφα και τα χρόνια, κάπου στο βάθος μία εκκλησία και στο δρόμο τέσσερις ορόφους κάτω από τα πόδια μου, γάτες και σκύλους να ξυπνάνε.
  Το μπάνιο είναι ασπρόμαυρο και παλιομοδίτικο, με κοριτσίστικα (ή γυναικεία) πράγματα παντού. Κοιτάζω στον καθρέφτη και συγκλονίζομαι με την όψη των ματιών μου. ''Ναι, χρειάζομαι ύπνο.'' Ρίχνω λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου, φτιάχνω λίγο τα μαλλιά μου (αλλιώς δεν μπορώ να κοιμηθώ) και φεύγω.
  Το δωμάτιο είναι ακριβώς ο,τι ζητούσα. Ακατάστατο σαν το δικό μου, όχι πολύ, όσο χρειάζεται για να νιώσω άνετα, λίγο φως απ' έξω, όσο χρειάζεται για να βλέπω μπροστά μου. Το στρώμα είναι στο πάτωμα κι ένας καθρέφτης δείχνει εμένα κάπου εκεί δίπλα. Η καινούρια μου συντροφιά, μια βυσσινί κουβέρτα, μου ρίχνει ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις και με τραβάει πάνω της. Την αγκαλιάζω, μπλεκόμαστε και μετά από λίγο ηρεμώ.
  Τις τελευταίες στιγμές πριν πεθάνω (προσωρινά) φέρνω στο μυαλό μου όλες τις ανάσες του κόσμου, τα φώτα του δρόμου που απορροφάει το γαλάζιο φως του πρωινού, όλα τα νεκρά βήματα στο δρόμο για το σπίτι από όλους όσους δεν ήθελαν να πάνε σπίτι τους. Το σώμα μου είναι ζεστό με μια ζέστη που έχω να νιώσω ένα χρόνο παρά κάτι μέρες αλλά τώρα είναι σε πιο ωραία σκεπάσματα. Θα ξυπνήσω σε 5 ώρες περίπου, θα πω στη μάνα μου ότι δεν θα πάω για φαγητό σπίτι, θα πάρω παυσίπονο, θα πιω καφέ με την Αυτή ενώ ο Αυτός ακόμα κοιμάται, θα κοιτάμε μαζί έξω από το παράθυρο τα σύννεφα και θα περιμένω την πρωτοχρονιά.








Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Καφές και Καστανέντα.

Μην το βλέπεις έτσι, έχει να χιονίσει καμιά 15αριά χρόνια.




Κρυώνω. Διπλή μπλούζα, ζεστή σοκολάτα και τσιγάρα. Η μάνα μου είπε να στρώσω τα χαλιά, αλλά ως παθολογικά τεμπέλης, αυτό δεν έγινε ακόμα. Τα τσιγάρα μου είναι δανεικά και τα σπίρτα μου δυσλειτουργικά (κατάρα στην Ινδία). Διώχνω τον πονοκέφαλό μου με λίγο νερό και θυμάμαι όλα εκείνα τα πρωινά που ξύπνησα αγκαλιά με το χανγκόβερ και το άρωμα του καφέ να με σηκώνει πετώντας από το κρεβάτι, όπως στα καρτούν, Κυριακές με σύννεφα (υπάρχουν άλλες Κυριακές;), ίσως λίγη βροχή, με το αίμα μου γεμάτο οινόπνευμα, καφείνη και θρυμματισμένο ντεπόν, με το σπίτι μου ακατάστατο γιατί είμαι μικρός ακόμα (μη γελάς, είμαι), το τασάκι μου γεμάτο και τα ρούχα μου είναι πιτζάμα, φούτερ και Ρέι Μπαν, σαν βαμπίρ.
Συγκρίνω τη μέθη μου με σαμάνους του βορρά και βλέπω οράματα στα πάρτυ που μου λένε το παρελθόν και το μέλλον του πνεύματος μέσα από τους φίλους μου και γελάμε και χορεύουμε και μιλάμε για περίεργη μουσική και στο ορκίζομαι ότι ήταν κι αυτοί σαμάνοι κάποτε και ίσως θα είμαστε ξανά κάποτε όταν η γη καταπιεί τις βιομηχανίες μας. Ποιος ξέρει;
Ψάχνω ταινίες και θυμάμαι τις μέρες μου στην Αθήνα που είχα μόνο την τσάντα μου και έμενα σε σπίτια σαραντάρηδων με τατού Λεντ Ζέππελιν και καναπέδες και γάτες και γονείς πρώην αντάρτες και ποτά και μαξιλάρια στο πάτωμα. Δεν θυμάμαι πώς έλεγαν εκείνο το αγόρι που μέναμε μαζί δυο μέρες και είχε ωραία ντουζιέρα και είχα αράξει εκεί και το βράδυ βλέπαμε αστυνομικές σειρές και πίναμε κακάο και λέγαμε για παραλίες μες στο καταχείμωνο.
Και ακούω μουσική και πίνω καφέ χωρίς καλαμάκι (μου τελείωσαν λέμε), και αράζω στον καναπέ μου και πες ό,τι θες, αλλά μία από αυτές τις μέρες θα ξυπνήσω και θα είμαι στις σκάλες με μπύρα Προστ στο χέρι, θα κανει χριστούγεννα αλλά θα είμαι καλά ντυμένος να μην κρυώνω και θα μιλάω για ακατανόητα πράγματα (όπως κάνω τώρα).







Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Το πάρτυ στην άκρη του χρόνου.




  Το σπίτι ηταν μεγάλο και ζεστό και μύριζε κάπως σαν αυτό που νομίζω ότι θα μύριζε το σπίτι του Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Γύρω στα είκοσι άτομα βρίσκονταν διασκορπισμένα στον χώρο. Δεν ήξερα τους περισσότερους, χαιρέτησα κάπως τυπικά με ένα μικρό χαμόγελο και έψαξα με το βλέμμα μου για την Λη. Δεν την είχα δει ποτέ και απλά έψαχνα για την περιγραφή που μου είχε δώσει ο Ίγκορ. Έβγαλα το παλτό μου και το άφησα με αδέξιες κινήσεις στον πράσινο καναπέ δίπλα μου. Ένα πικ-απ έπαιζε έναν παλιό δίσκο του Τόνυ Σκοτ. Ένας ψηλός ξανθός άντρας ντυμένος με αριστοκρατικά ρούχα προηγούμενων δεκαετιών με πλησίασε χαμογελαστός.
-Καλησπέρα, ειμαι ο Ντμίτρι!
Έσφιξα το χέρι του.
-Γεια, είμαι ο Ζακ. Πώς πάει;
Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
-Όλα καλά. Η Λη μας είπε ότι θα ερχόσουν. Ο Ίγκορ;
-Δεν θα μπορέσει να έρθει απόψε. Θα φτάσει το πρωί.
-Υπέροχα! Έλα να σε συστήσω στους άλλους, η Λη ετοιμάζει ποτά και φαγητό ακόμα.
Χαμογέλασα.
-Ναι, γιατί όχι.


  Στα δύο μπαλκόνια στέκονταν μερικοί από τους καλεσμένους και μιλούσαν ευδιάθετοι. Στον ουρανό φαινόταν το τελευταίο φως της ημέρας να χάνεται. Απέναντι, στον μεγάλο τοίχο του σαλονιού υπήρχαν δύο μεγάλες κορνίζες με πορτρέτα του Πήτερ Μπρότζμαν και του Γουίλιαμ Μπάροουζ. Ένας μεγάλος Βούδας μας κοιτούσε από την κορυφή της βιβλιοθήκης.  
  Ακολούθησα τον Ντμίτρι σε μία παρέα που στεκόταν σε μία γωνία του δωματίου. Γύρισαν όλοι και με κοίταξαν με χαμόγελα. Συστήθηκα και άκουσα ονόματα που ξέχασα μετά από χρόνια. Όση ώρα μιλούσα ή μου μιλούσαν το μυαλό μου έτρεχε, χανόταν και έπιανα τον εαυτό μου να ψάχνει την Λη μέσα σε χαμηλό φως, καπνό, ομιλίες και δυνατή μουσική από κλαρινέτο. Όλα ήταν βουητό, ένα ευχάριστο βουητό. Μία γυναίκα μου προσέφερε ένα τσιγάρο. Ρεβέκκα ήταν το όνομά της ή πάλι παίζει η μνήμη μου;
-Καλωσήρθες!  Με το μαλακό, είναι δυνατό!
Της χαμογέλασα.
-Ευχαριστώ!
Έφερα το τσιγάρο στα χείλη μου και το άναψα. Στην πρώτη τζούρα ένιωσα τη γλώσσα μου να μουδιάζει από την γλυκιά γεύση. Η Ρεβέκκα δεν μου είπε ψέματα.
  Θυμήθηκα τον Ίγκορ που μου μιλούσε με ενθουσιασμό για τα πάρτυ στης Λη. Τον κόσμο, την μουσική, την αφρόκρεμα της τέχνης που έβρισκες εκει. Και άλλα πράγματα για τα οποία ήταν πιο μυστικοπαθής και έπαιρνε ύφος μικρού παιδιού που δεν θέλει να χαλάσει την έκπληξη:
 ''- Θα φτάσω κι εγώ το πρωί, μην φοβάσαι! Έχω μιλήσει με την Λη και μου είπε ότι θα σε περιμένει. Της έδειξα πίνακές σου και ενδιαφέρθηκε! Πίστεψέ με, δεν έχεις ξαναπάει σε τέτοιου είδους πάρτυ. Αλλά είπα ήδη αρκετά. Θα μιλήσουμε αύριο πιο συγκεκριμένα.''

Κοίταξα γύρω μου. Όλοι ήταν χαμογελαστοί και γεμάτοι ζωντάνια. Ο Ντμίτρι μιλούσε με τον Γιαν, έναν καθηγητή φιλοσοφίας σχετικά με κάτι που απαιτούσε να κάνει έντονες κινήσεις με τα χέρια του. Η Ρεβέκκα έστριβε γεμάτη ενέργεια τσιγάρα ενώ μιλούσε με άντρες και γυναίκες που της ζητούσαν ακόμη ένα ή την ρωτούσαν τα νέα της. Στον απέναντι καναπέ από την Ρεβέκκα καθόταν ο Φελίπε, ένας μουσικός, καπνίζοντας και μιλώντας παθιασμένα. Καινούριος κόσμος έφτανε κάθε λίγο. Ανά στιγμές πολλοί μου μιλούσαν χαμογελαστοί κι εγώ συστηνόμουν. Δεν άκουγα τι έλεγαν. Κάπνιζα και ένιωθα ήδη το κεφάλι μου ελαφρύ. Ένα πράγμα ήταν στο μυαλό μου. Η Λη.


-Η Λη έρχεται με τα ποτά!
  Η φωνή του Ντμίτρι με έκανε να γυρίσω απότομα και να κοιτάξω. Μία όμορφη μικροκαμωμένη γυναίκα γύρω στα τριάντα ερχόταν από την κουζίνα κρατώντας έναν δίσκο γεμάτο ποτήρια διαφόρων μεγεθών και περιεχομένων. Την ακολουθούσαν τρεις ακόμα γυναίκες κρατώντας ανάλογους δίσκους, ντυμένες κομψά. Χωρίς η ένταση του πάρτυ να μειωθεί μοίρασαν ποτά ανταλλάσσοντας σύντομες κουβέντες με τους δίχως άλλο ευχαριστημένους παρεβρισκόμενους. Κοιτούσα την γυναίκα που εδώ και τρία λεπτά ήταν η Λη. Η ηρεμία και η παιδικότητά της από τη μία, η σοβαρότητα και η δύναμή της από την άλλη με έκαναν να την περιεργάζομαι, κάθε μικρό της χαμόγελο, κάθε μικρή της κίνηση.
  Τελείωνα το τσιγάρο όταν ο Ντμίτρι παίρνοντάς την από τον ώμο την έφερε μπροστά μου.
-Αυτός είναι ο Ζακ! Ζακ επιτέλους, γνωρίζεις την Λη!
Έσβησα το τσιγάρο γρήγορα και σφίγγοντας το χέρι της προσπάθησα να ακουστώ όσο πιο τυπικός μπορούσα.
-Χάρηκα. Πολύ ωραίο σπίτι και ακόμη καλύτερο πάρτυ. Ο Ίγκορ με είχε προειδοποιήσει!
Χαμογέλασε.
-Σ' ευχαριστώ! Περνάς καλά;
Τα μάτια μου έπεσαν στο χαμόγελό της που αποκάλυπτε πανέμορφα δόντια. Χανόμουν σιγά σιγά στις λέξεις και την ανεπαίσθητη τραγουδιστή προφορά της.
-Ναι, όλα είναι τέλεια.
-Χαίρομαι! Βλέπω τελείωσες το τσιγάρο σου. Να, δοκίμασε από αυτό, η Ρεβέκκα έχει πίπα.
Έβγαλε από ένα μικρό ξύλινο κουτί που κρατούσε, ένα πάνινο πουγκί. Το άνοιξα και είδα μία μικρή ποσότητα εβένινου χασίς.
-Ω, είσαι πολύ καλή! Ευχαριστώ.
Άγγιξε τον ώμο μου.
-Μην το συζητάς. Δεν θα αργήσω.
-Εντάξει!

Την κοιτούσα καθώς απομακρυνόταν, μαγεμένος με την κίνησή της και τα μαύρα σγουρά μαλλιά της. Χάθηκε κάπου ανάμεσα στον κόσμο που συνεχώς αυξανόταν. Έψαξα για την Ρεβέκκα στο σημείο που την είδα τελευταία φορά. Ήταν ακόμη εκεί, κάπνιζε καθισμένη στον καναπέ με σταυρωμένα πόδια. Την πλησίασα κάνοντας μία αμήχανη χειρονομία χαιρετισμού.
-Γεια και παλι. Η Λη είπε ότι έχεις πίπα.
-Ναι, φυσικά! Σου έδωσε το δικό της έτσι δεν είναι; Ελπίζω να νιώθεις τυχερός, δεν το κάνει συχνα! Να, πάρε, κάπνισε εδώ αν θέλεις.
Κάθισα και μου έδωσε μια μικρή μαύρη πίπα με εξωτικά σκαλίσματα. Έβγαλα ένα μικρό κομμάτι και το έχωσα στην πίπα. Την άναψε η Ρεβέκκα και τράβηξα μία δυνατή τζούρα. Την ένιωσα μέχρι τα μάτια μου. Φύσηξα και λευκός πυκνός καπνός βγήκε φτιάχνοντας ένα μικρό σύννεφο. Η Ρεβέκκα με κοιτούσε.
-Είναι κάτι άλλο, έτσι;
-Ναι, σιγουρα!
Η καρδιά μου έκανε ακατανόητες μικρές κινήσεις και όλα πλέον φαίνονταν να έχουν διαφορετική υφή. Πιο τραχιά και λαμπερή ταυτόχρονα. Ένιωσα ένα ανόητο μικρό χαμόγελο να δίνει σχήμα στα χείλη μου.
Πολλοί χόρευαν στη μουσική του ''Caravan'', όμορφος καπνός σχηματιζόταν σε σημεία, δροσιά ερχόταν από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, με τα ζεστά φώτα του μπαλκονιού να ρίχνουν παιχνιδιάρικες σκιές στους ακουμπισμένους στα κάγκελα κυρίους και κυρίες οι οποίοι επιδίδονται στο σπόρ της συζήτησης-μετά-λικνίσματος-ώμου. Πολλών ειδών πρόσωπα περνούσαν και χαιρετούσαν τη Ρεβέκκα, πρόσωπα για τα οποία μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου το μυαλό μου σκαρφιζόταν ιστορίες και βιογραφικά σημειώματα πριν χαθούν για πάντα μαζί με τον καπνό που φυσούσα στο κενό.
''A Love Supreme'' και η κιθάρα του Μακλάφλιν με ανάγκαζε να κινούμαι ανάλογα με την διάθεσή της, με την Ρεβέκκα να έχει χαθεί μέσα στον προσωπικό της λαβύρινθο σκέψεων και οπτασιών, καθώς ήταν αρκετά μαστουρωμένη για να ξεχάσει την ικανότητα να προφέρει λέξεις. Μία γυναίκα με φωτεινά κόκκινα μαλλιά έβαλε στο χέρι μου ένα ποτήρι και χαμογελώντας πρόφερε μερικές λέξεις που υπό άλλες συνθήκες θα μου αποκάλυπταν την ταυτότητα του νέου μου αποκτήματος, αλλά δεν μπορούσα να τις επεξεργαστώ κι έτσι χαμογέλασα ευγενικά και είπα ''ευχαριστώ''. Καθώς έφερα το ποτήρι στα χείλη μου ένιωσα την γεύση από ρούμι, πορτοκάλι και κάτι πιο πικρό να ανεβαίνει μέχρι τους κροτάφους μου για λίγες στιγμές. Κρατώντας ακόμα το ποτήρι χάθηκα ξανά στις σκέψεις μου μαζί με τα χρώματα, τους ήχους και τις κινήσεις του χορού που περνούσε μπροστά μου, σαν μία κινηματογραφική προβολή σχεδιασμένη μόνο για εμένα. Σχεδιασμένη για εμένα από την Λη.

-Έλα, είναι ώρα.
Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα την Λη να μου χαμογελά προτείνοντας το χέρι της. Το έπιασα και σηκώθηκα, ευχάριστα ζαλισμένος από την έκπληξη. Είναι ώρα. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Έπιασα τον εαυτό μου να την κρατά απαλά από τη μέση και να την ακολουθεί μέσα από κόσμο, σχεδόν σαν να την ξέρω από καιρό και σαν να ξέρω που πηγαίνουμε.
  Μου έριχνε κλεφτές ματιές που δυσκολευόμουν να ερμηνεύσω. Ο χορός και η μουσική γύρω μας δυνάμωνε, ή ηχώ από τα τύμπανα χτυπούσε στο κεφάλι μου και εκσφενδονιζόταν πίσω, σαν μια συνεχόμενη αδιάσπαστη ενέργεια που έπρεπε να μοιράσει τον εαυτό της. Η Λη έβαλε κι αυτή το χέρι της στη μέση μου.
  Ήξερα πως ένιωθε αυτά που κι εγώ ένιωθα και έβλεπα. Ήξερα πως ο σκοτεινός διάδρομος που μας δεχόταν πλέον ήταν φτιαγμένος από την Λη. Ήξερα ότι έβλεπα καλά ενώ εκτεινόταν σαν ζωντανό ον τόσο μέσα μου όσο και απέναντί μου. Ήξερα ότι ο Ίγκορ θα ερχόταν το πρωί. Έβλεπα σιγά σιγά όλα αυτά που θα γίνονταν και θα άλλαζαν. Έβλεπα τους τοίχους να γεμίζουν ιριδισμούς και μουσική. Έβλεπα το κενό μπροστά μου να χαμογελάει στοργικά και να χάνομαι σε αυτό.
  Γύρισα και είδα για μια τελευταία φορά τους ανθρώπους να χαμογελούν, να πάλλονται, να χορεύουν, να μεθούν και να ταλαντεύονται σαν παλιές αναμνήσεις που ξεχνιούνται σε δευτερόλεπτα στην άκρη της στοάς που με καλούσε, σαν ένα θέατρο σχεδιασμένο μόνο για μένα. Σχεδιασμένο μόνο για μένα από την Λη.