Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

25 Year Old Party People.

Tag yourself.

Σε λίγη ώρα παίζει η μπάντα που ήρθα να δω, αλλά βαριέμαι να μπω μέσα, έχω πληρώσει τις μπύρες μου και θέλω να κάνω απόσβεση στο πεζούλι. Ήσουν εκεί κι εσύ αλλά δεν έδωσα σημασία πέρα από το psycho mood που κεράσαμε την παρέα, η άλλη κοπέλα, η μικρή, μου έλεγε πόσο της είχα λείψει όταν με είχε πετύχει τα χριστούγεννα και πόσο της αρέσει το χαμόγελό μου και μετά ήρθες εσύ και μπουμ, στρόβιλος πληροφοριών και παράνοιας, αυτή έφυγε και με αγκάλιασε σφιχτά κι εγώ θύμωσα μαζί σου.  Μετάνιωσα που δεν σήκωνα τηλέφωνο όταν με έψαχνες στο πάρτυ, αλλά δεν θα στο πω ποτέ κατάμουτρα.


The one at the Beach.

Ευτυχώς που με ξύπνησες από το χανγκόβερ μου και με τράβηξες στην παραλία, αλλά αν δεν ήταν οι κοπέλες δεν θα πάταγα. Έκανε κρύο και η μία μου καβάτζωσε το φούτερ (κλασσικό) και η άλλη την πετσέτα. Θέλω πάλι παραλία με τις φίλες σου και βόλτα με το αμάξι και να ακούμε knife party και θα το μάθεις σε λίγες ώρες.


Summertime.

Έι, ήρθε ο κολλητός μου και τον βοηθήσαμε στη μετακόμιση, το σπίτι είναι όπως το είχα ονειρευτεί, σπουδαία πράγματα θα συμβούν εκεί μέσα, αλλά αυτό φαντάζομαι ότι σκεφτόταν για το σπίτι της και η Janis Joplin, αλλά πέθανε εκεί από overdose, οπότε ίσως πρέπει να προσέχουμε.


This is what a millenial looks like.

Κλέβω τσιγάρα και τα βάζω στο στόμα μου κοροϊδευτικά, προσπαθούμε να παραγγείλουμε μπύρες και σου στέλνω φώτος, μου μιλας για μωραγατιά και με λες ''μάτχια μου''. Καλούμε κόσμο και θα πιούμε το τελευταίο μου χόρτο με τον john. Προσπαθώ να διαλέξω δίσκο του Mac Demarco και να στρίψω ταυτόχρονα.


Why can't I get just one kiss?
There may be some things that I wouldn't miss,
but I look at your pants and I need a kiss.


Hippity hoppity, get off my property.

Είπες ότι θα έρθεις να με δεις, ότι θα περνούσαμε μέρες μαζί αλλά δεν ήρθες, μου στέλνεις σέλφι με τα μαλλιά σου και την κουβερτα σου, σου στέλνω σέλφι με τα ποτά μας και το φούτερ μου, είχες πει ότι θα ερχόσουν, θα πηγαίναμε στον Matt Elliot και θα αράζαμε στο λιμάνι αλλά δεν ήρθες, οπότε για να σε εκδικηθώ έμεινα σπίτι με τα παιδιά, ήπιαμε πεντακόσιες σαρανταογδόντα μπύρες και ξύπνησα σε έναν καναπέ που δεν με χωράει. 



Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Waking up.

 Ο ύπνος μου σπάει από σποραδικούς ήχους και τραντάγματα, ξυπνάω μέσα στην κουκούλα μου να κρυώνω και τα μάτια μου βαριά. Το φως είναι λευκό, αυτό που έχει η μέρα μετά την βροχή, δεν θυμίζει μεσημέρι. Σιγά σιγά θυμάμαι το μέρος από τα σχήματα και το βάρος του αέρα.

 Ενώ κοιμόμουν ονειρεύτηκα καλοκαίρι και νερό κι εσένα, μα τα πρόσωπά μας ξεθωριάζουν και μου φαίνονται αστείες οι κινήσεις μας, οι δικές μας, ο κώδικάς μας, μα κάθε σκέψη την νιώθω στο στομάχι μου. Προσπαθώ να ξυπνήσω ολόκληρος και αναρωτιέμαι τι βλέπεις αυτή την στιγμή, τι νιώθεις. Κρυώνεις, κοιμάσαι, πεινάς, γελάς, διαβάζεις, χαζεύεις, ερωτεύεσαι, κοιτάς έξω από το τζάμι σου το κενό και κρατάς τον καφέ ξεχασμένο στο χέρι, προσπαθείς να ξυπνήσεις; Μιλάς ποτέ για μένα όταν είσαι μονη σου; 

 Κρυώνω αλλά βαριέμαι να σκεπαστώ, αυτός είμαι πια. Κοιτάζω εξω από το τζάμι και αναρωτιέμαι που είσαι και πότε άρχισα να ακούω múm. Πόσο τέλεια είναι η ζωή σου, πίνεις περισσότερο από παλιά, μαγειρεύεις, δουλεύεις, κοιμάσαι καλά, βλέπεις Φιλαράκια τα σαββατοκύριακα στην τηλεόραση; 

 Αύριο πάω σπίτι μετά από καιρό. Θα αράξω στο δωμάτιό μου πρώτη φορά μετά από πολύ κρύο. Θα φάω φαγητό φτιαγμένο για ανθρώπους, θα νιώσω ζέστη, θα δω τους δικούς μου, θα πιω με τους φίλους μου. Θα δω Φιλαράκια το σαββατοκύριακο στην τηλεόραση. Σε λίγες μέρες γίνομαι ένα τέταρτο του αιώνα (τρομακτικό ε;) και κάποιο βράδυ θα αποκοιμηθώ κάπου αγκαλιά με ένα μπουκάλι και τον Βασίλη. Και όταν με ρωτήσουν "τι έχεις;", δεν θα ξέρω από που να αρχίσω.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Wake up Donnie.

Κοιμάμαι, ξυπνάω, πεθαiνω και στοιβάζομαι σε φορτηγά, τα χέρια μου γέρασαν από το κρύο και τα κοιτάζω μέσα από στρώσεις νύστας. Τα όνειρά μου έχουν αλλάξει εδώ και καιρό αλλά θυμούνται πώς ταξιδεύω μέσα από τις σήραγγές τους. Μου λεiπει η ζέστη, μου λεiπουν τα χρώματά σου, μου λεiπει να κοιμάμαι όπως κοιμούνται αυτά που μόλις γεννήθηκαν.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Never have i ever.

Boom


Ήσουν έξω από ένα σχολείο, δεν θυμάσαι γιατί και πετυχαίνεις τον φίλο μου που του έστειλα τις φώτος και του λες ''ο Γιώργος που είναι;'' και δεν θυμάσαι τι σου είπε. Αλλά έκανε πάρα πολύ κρύο και ήταν αυτός με μία φίλη του και βγάζουν απο την τσάντα τους φόρμες και τις φοράνε πάνω από τις φόρμες που φορούσαν ήδη. Και τους λες ότι ''καλά, γιατί φοράτε δύο παντελόνια και δεν φοράτε μπουφάν;'' Και σου είπαν ότι δεν ξέρεις πως λειτουργεί το κρύο.
Μετά γύρισες σπίτι και ήμουν στον καναπέ κουκουλωμένος εκτός από το κεφάλι μου και μου κανεις ''τι κάνεις εδώ;'' και πετάγεται η Coco, η οποία δεν είχες ιδέα πού ήταν και γιατί ήταν εκεί και λέει ''κοιμήσου εδώ'' και φρικάρουμε εμείς και λέμε ''δεν γίνεται ρε συ, θα ξυπνήσουν οι γονείς μου'' και ή Coco λέει να κοιμηθώ στης Ανναέλ τότε και εγώ σου είπα ''ναι, αλλά θέλω να έρθεις κι εσύ''. Boom.



Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Stranger than paradise.

How cute


Όταν έγειρα στον ώμο σου, η δεξιά μου πλευρά έλιωσε λίγο και έγινε ζεστό ζελέ από αστέρια, στην πλάτη μου έχω ένα σημάδι χεριού που πάνω του φυτρώνουν δέντρα τώρα, έχω στο πρόσωπό μου το άρωμα που είχαν τα χριστούγεννα στην εφηβεία και το κρύο δεν με ενοχλεί, περνάει μέσα από το δέρμα σου και έρχεται πάνω μου ζεστό.
Ονειρεύομαι φίδια και δεν με πειράζει γιατί θα ξυπνήσω και θα νιώσω 15 και θα εισπνεύσω το άρωμα που αφήνεις, που φεύγει από κοντά σου σαν συμπαγές χρυσαφί σύννεφο.
Κοιμάμαι και με τυλίγει ένα νεφέλωμα από αστρόσκονη και ψίθυρους και κάνει τα μέσα μου να γίνονται μια κόκκινη ενέργεια με ανθρώπινο σχήμα.
Φεύγω και θα πάω να βουτήξω σε χώμα και παγωμένο νερό, αλλά θα βγαίνω χαμογελαστός γιατί δεν στο λέω ακόμα, αλλά θα πάρω λίγη από την ανάσα σου μαζί μου σε ένα μπουκάλι μαγικού φίλτρου για να ζωντανεύω αν οι σκέψεις μου πάθουν υποθερμία.


Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Weightless again.

What are you dreaming of?


Μερικές μέρες νιώθω πως ο θάνατος θα έχει γεύση ουίσκι και χαράς. Θα μου μιλήσει και θα το συζητήσουμε λίγο, ώριμα, θα συμφωνήσω στα επιχειρήματά του και θα είμαστε εντάξει. Θα κάτσουμε λίγο να κάνουμε κανά δυο τσιγάρα και να πιούμε και ένα καλό μπέρμπον και θα γελάσουμε. Φεύγοντας θα δώσουμε και τα χέρια σαν τζέντλμεν.
Και θα κάτσω αναπαυτικά και θα χαμογελάω, δίπλα από το σπίτι θα είναι το δάσος καταπράσινο και μεσημεριανό, με παιχνιδιάρικους ήχους. Και θα μαθαίνω για όλα τα ωραία πράγματα που κρύβονται στο δάσος την ώρα που θα φεύγω.
Και θα μου πει να μην ανησυχώ και ότι είναι σαν τα ταξίδια που κάνω τα βράδια κι εγώ θα γελάσω και θα του πω οτι το ήξερα από πάντα. Μα θα του πω ότι φοβάμαι και θα μου κρατήσει το χέρι σφιχτά και θα δακρύσω. Αλλά θα μου πει:

''Γιατί κλαις; Πάλι θα βλέπεις τα δάση και τη νύχτα τα αστέρια θα είναι πιο φωτεινά και πιο κοντά από ποτέ, ο μάθεις την γλώσσα του νερού που κυλάει στα βουνά, θα κουρνιάζεις στα δέντρα και θα μάθεις τι λέει ο άνεμος τις νύχτες που παραπονιέται. Τώρα θα πετάς κιόλας.''

Και θα του πω ότι έχω και μία αγάπη κάπου. Θα μου πει ότι θα με βρει όμως και θα ταξιδεύουμε μαζί, εξερευνητές αστεριών και θαλασσών και θα μιλάμε με ομίχλη. Σε αυτό το σημείο θα χαρώ και θα νιώσω ότι τον καθυστερώ γιατί έχει κι άλλες δουλειές αλλά θα μου πει ότι δεν έχει πρόβλημα.

Θα είναι δροσερό μεσημέρι και θα κοιτάζω έξω από το παράθυρο, τα πουλιά θα ακολουθούν την ανάσα μου περιμένοντας, το δάσος θα φτιάξει μια ζωντανή σπηλιά που θα με καλεί. Αυτός θα μου πει:

''Θα τελειώσει πριν το καταλάβεις, πάρε μια βαθιά ανάσα. Είναι σαν να γεννιέσαι αλλά ανάποδα. Το χεις ξανακάνει, δεν το θυμάσαι.''

 Θα χαμογελάσω και θα περάσω στην άλλη πλευρά πετώντας όπως κάνω τα βράδια που φεύγω από το δωμάτιό μου με την ομίχλη και μαθαίνω πως να πετάω ενώ το σώμα μου κοιμάται. Θα αφήσω το σπίτι πίσω μου και θα τραβήξω για το δάσος να ξεκουραστώ στο νωπό χώμα και να δω τον μεσημεριανό ήλιο με τα καινούρια μάτια μου.
Μερικές μέρες σαν σήμερα νιώθω ότι ο θάνατος θα έχει τη μυρωδιά των φύλλων μετά τη βροχή και την ζεστασιά της Κυριακής. Λατρεύω αυτές τις μέρες.




















Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Why Taj Mahal feel so bad?

Heartworn Highways-1976


Το κεφάλι μου είναι βαρύ και τα μάτια μου κλείνουν. Νιώθω την νυχτερινή ψύχρα να μου χαϊδεύει τα χέρια και το πρόσωπο. Έχω μαζέψει δίπλα μου αρκετά κουτιά μπύρας από αυτή τη φτηνή την μαυροκόκκινη. Έχει αστέρια απόψε και τα σπίτια τα κρύβουν, αλλά μου αρκεί αυτό που στέκεται πάνω από το απέναντι σπίτι. Ανάβω το τσιγάρο που παίζω για ώρα στα δάχτυλά μου και ο καπνός περνάει σχεδόν από μέσα μου, μόλις που είμαι αρκετά συμπαγής για να τρέξει το οινόπνευμα μέσα στο αίμα μου. Ευτυχώς.
Κοιτάζω τους γύρω μου με προκλητικά χαζό βλέμμα μέσα από τα μαύρα γυαλιά μου και αυτοί ανταποδίδουν. Τα μάτια μου βλέπουν θολά. Αποκοιμιέμαι αγκαλιάζοντας τον ουράνιο θόλο και στο μυαλό μου να τρέχουν οι προηγούμενες ζωές μου, να με φωνάζουν να τις δω απόψε στα όνειρά μου.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

It's only logical.

Mr. Spock

Έφυγε ο κύριος Σποκ, ο πρώτος αξιωματικός του Enterprise, στην σειρά που μας έμαθε τα διαγαλαξιακά ταξίδια, τους εξωγήινους πολιτισμούς, την κοινωνία χωρίς χρήμα αλλά και το ότι η περιπέτεια και η εξερεύνηση δεν σταματούν ποτέ.
Πολλά μπορούν να γραφτούν για τον κύριο Σποκ και το Σταρ Τρεκ, το πώς μας βοήθησε να μάθουμε πράγματα, να ταξιδέψουμε και άλλοι μάλλον θα τα γράψουν καλύτερα. Εμείς του ευχόμαστε καλό ταξίδι, λυπόμαστε μα η λύπη μας δεν θα κρατήσει πολύ, γιατί ξέρουμε ότι θα τον ξαναδούμε πέρα από το Άλφα του Κενταύρου, πέρα από τα νεφελώματα ή και σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Όπως τον ξαναείδε ο Κερκ στον Genesis.


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Wednesday i'm in love.

Black Flag- Nervous Breakdown



Είχα αφήσει το παράθυρο λίγο ανοιχτό για να μπει το φως μόλις ξημερώσει. Γυρίζω πλευρό και βρίσκω τον πονοκέφαλο ο οποίος υπάρχει σε ευθεία αντιστοιχία με τους πύργους από κουτάκια μπύρας απέναντί μου. Του λέω καλημέρα, σηκώνομαι, ντύνομαι και φοράω τα γυαλιά μου σαν καλό βαμπίρ, κλείνω το φέρετρό μου και πάω στην κουζίνα. Ενώ οι Butthole Surfers φωνάζουν από το δωμάτιό μου, εγώ φτιάχνω το πρωινό μου αίμα και αναρωτιέμαι τι θα καπνίσω σήμερα. Με πολύ κόπο κατασκευάζω δύο τσιγάρα, σπάω λίγη παρακεταμόλη και την σνιφάρω, πίνω μια γουλιά αίμα και καπνίζω.
Θέλω να πυροβολήσω πράγματα, όχι ανθρώπους, πράγματα, όπως κάνουμε πολλές φορές με τον πατέρα μου τα πρωινά της Κυριακής. Ντυνόμαστε καλά για το κρύο, παίρνουμε ζεστό καφέ, στρίβουμε τσιγάρα να έχουμε έτοιμα, οδηγούμε ένα μισάωρο έξω από την πόλη ακούγοντας ραδιόφωνο και πυροβολούμε πράγματα και τα καταστρέφουμε χαμογελώντας. Γυρίζουμε σπίτι πιο ήρεμοι και πιο χαρούμενοι από πριν, με χαμόγελο για το νόστιμο φαγητό της Κυριακής. Έχουμε καιρό να το κάνουμε και μόλις πάω σπίτι είναι το πρώτο πράγμα που θα του πω.
Δεν έχω κάτι να πυροβολήσω και έτσι αρκούμαι στο να πιω λίγο αίμα και να ακούσω μουσική. Τα σύννεφα έφυγαν σήμερα το πρωί και ο ήλιος λάμπει από το απέναντι σπίτι. Πρέπει να μαγειρέψω και να φάω κιόλας. Το αναβάλλω συνεχώς σαν ξυπνητήρι Δευτέρας, χωρίς όμως τα κλάματα και τις βρισιές. Μια μέρα από αυτές θα ξυπνήσω και θα έχω τα πάντα έτοιμα και θα πηγαίνω χορεύοντας να πάρω το πρωινό μου. Και θα είμαι κανονικό βαμπίρ. Правда, правда.



Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Sleep.


Thy Serpent- Forests Of Witchery (1996)



Το φως παίζει και χάνεται πάνω στον τοίχο, χωρίζεται και απορροφάται από τα φωσφοριζέ αστέρια πάνω από το κεφάλι μου. Το σφραγισμένο παράθυρο που οδηγεί στον κόσμο της κουζίνας αναβοσβήνει και ακούω ήχους παρασκευής καφέ ενώ μισοκοιμάμαι.

Οι ήχοι των ονείρων μου μπλέκονται με την ανοιχτή μπαλκονόπορτα και τις σταγόνες της βροχής και με τραβούν πιο βαθιά μέσα στα δάση με τα πεσμένα φύλλα που επισκεπτόμουν παιδί, μαζί με όλους τους κατοίκους τους. Ακολουθώ με μία βαθιά ανάσα.
Περπατάω γρήγορα ανάμεσα στις θαμπές σκιές των ψηλών δέντρων κάτω από τα πυκνά σύννεφα, ένας απαλός αέρας αγγίζει το πρόσωπό μου και μερικές λεπτές ακτίνες του ήλιου ξεφεύγουν από το γκρίζο πέπλο τους για να μου δείξουν τον δρόμο. Οι φωλιές των πουλιών χτισμένες στις κορυφές των κλαδιών με κοιτάζουν σαν σιωπηροί πύργοι, το πρώτο καλωσόρισμα στον κόσμο τους.

Ανοίγω τα μάτια και βρίσκω τον εαυτό μου καθιστό στο κρεβάτι, με την πλάτη να ακουμπά σε ένα μαλακό μαξιλάρι και το πάπλωμα να καλύπτει τα πόδια μου.  Τεντώνομαι και η ώρα έχει περάσει. Έξω ακόμα βρέχει και έχει σκοτάδι. Στρίβω ένα τσιγάρο και μέσα από τον διάδρομο φτάνω στο σαλόνι και καπνίζω παρέα με τη γάτα της οποίας το πρόγραμμα ύπνου είναι χειρότερο από το δικό μου. Από το δίπλα δωμάτιο βλέπω ένα αχνό γαλάζιο φως και ανεπαίσθητους ήχους από σειρά, μόνο σημάδι ζωής του κατοίκου του. Γυρίζω στο δωμάτιο και ξαπλώνω, περιμένω το πάπλωμα να ζεσταθεί και τα μάτια μου βαραίνουν.

Το ρυάκι διαπερνά συστάδες από βελανιδιές και θάμνους, ο ήχος του νερού που κυλάει πάνω στις γυαλισμένες από τον χρόνο πέτρες με κάνει να σταθώ στην όχθη του για αρκετή ώρα. Οι πρώτες σταγόνες βροχής ήρθαν και τις νιώθω στο χέρι μου πιο καθαρές από ποτέ. Σηκώνομαι και κάθομαι κάτω από μία μικρή και ζεστή σπηλιά φτιαγμένη από θάμνους, βράχια και βρύα, ένα πράσινο κοίλωμα μέσα στην πέτρα. Μόλις η βροχή κοπάζει  ακολουθώ ένα μονοπάτι που οδηγεί βαθιά στα δέντρα που στέκονται σαν μεγαλοπρεπείς αψίδες και αλλάζουν το φως με τα πυκνά κλαδιά τους να μπλέκονται.

Το πρώτο φως της μέρας μπαίνει από το παράθυρο και χαϊδεύει τα μάτια μου, σε λίγο θα πρέπει να αφήσω το ζεστό πάπλωμα και να ετοιμαστώ. Ανασηκώνομαι και κοιτάζω την βροχή που καλύπτει την πόλη σαν ένας πυκνός λαβύρινθος από ιστούς που χορεύουν πάνω από τα σπίτια. Η γάτα κουλουριάζεται στα γόνατα μου και με κοιτάζει ενώ την σκεπάζω με το πάπλωμα. Λέω καλημέρα και βγαίνω στον διάδρομο.









Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Permanent vacation.

Permanent Vacation (1980)



   Ξημέρωσαν χριστούγεννα στον καναπέ. Σχεδόν κοιμάμαι. Η κουκούλα μου κρύβει το πρωινό φως που παίζει με τις σκιές και τα νεύρα μου. Μία υποψία κουβέρτας καλύπτει το δεξί μου μπράτσο και το ζεσταίνει. Η ώρα πήγε εφτάμιση και έχω πονοκέφαλο. Θέλω ντεπόν αλλά βαριέμαι να της ζητήσω. Σχεδόν κοιμάται. Και οι δυο τους. 
  Αφήνω το σαλόνι πίσω μου και περπατάω σε έναν μικρό, ελάχιστα φωτισμένο διάδρομο παραπατώντας. Τα ρούχα μου μυρίζουν τσιγάρο, πολυκοσμία και χυμένο ρούμι (ή ο,τι ήταν αυτό που πίναμε, μου είπαν ρούμι). Κρυώνω και ανοίγω την μπαλκονόπορτα να βγάλω τα παπούτσια μου. Απέναντι βλέπω παλιά σπίτια στη σειρά, κιτρινισμένα από τα σύννεφα και τα χρόνια, κάπου στο βάθος μία εκκλησία και στο δρόμο τέσσερις ορόφους κάτω από τα πόδια μου, γάτες και σκύλους να ξυπνάνε.
  Το μπάνιο είναι ασπρόμαυρο και παλιομοδίτικο, με κοριτσίστικα (ή γυναικεία) πράγματα παντού. Κοιτάζω στον καθρέφτη και συγκλονίζομαι με την όψη των ματιών μου. ''Ναι, χρειάζομαι ύπνο.'' Ρίχνω λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου, φτιάχνω λίγο τα μαλλιά μου (αλλιώς δεν μπορώ να κοιμηθώ) και φεύγω.
  Το δωμάτιο είναι ακριβώς ο,τι ζητούσα. Ακατάστατο σαν το δικό μου, όχι πολύ, όσο χρειάζεται για να νιώσω άνετα, λίγο φως απ' έξω, όσο χρειάζεται για να βλέπω μπροστά μου. Το στρώμα είναι στο πάτωμα κι ένας καθρέφτης δείχνει εμένα κάπου εκεί δίπλα. Η καινούρια μου συντροφιά, μια βυσσινί κουβέρτα, μου ρίχνει ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις και με τραβάει πάνω της. Την αγκαλιάζω, μπλεκόμαστε και μετά από λίγο ηρεμώ.
  Τις τελευταίες στιγμές πριν πεθάνω (προσωρινά) φέρνω στο μυαλό μου όλες τις ανάσες του κόσμου, τα φώτα του δρόμου που απορροφάει το γαλάζιο φως του πρωινού, όλα τα νεκρά βήματα στο δρόμο για το σπίτι από όλους όσους δεν ήθελαν να πάνε σπίτι τους. Το σώμα μου είναι ζεστό με μια ζέστη που έχω να νιώσω ένα χρόνο παρά κάτι μέρες αλλά τώρα είναι σε πιο ωραία σκεπάσματα. Θα ξυπνήσω σε 5 ώρες περίπου, θα πω στη μάνα μου ότι δεν θα πάω για φαγητό σπίτι, θα πάρω παυσίπονο, θα πιω καφέ με την Αυτή ενώ ο Αυτός ακόμα κοιμάται, θα κοιτάμε μαζί έξω από το παράθυρο τα σύννεφα και θα περιμένω την πρωτοχρονιά.








Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Καφές και Καστανέντα.

Μην το βλέπεις έτσι, έχει να χιονίσει καμιά 15αριά χρόνια.




Κρυώνω. Διπλή μπλούζα, ζεστή σοκολάτα και τσιγάρα. Η μάνα μου είπε να στρώσω τα χαλιά, αλλά ως παθολογικά τεμπέλης, αυτό δεν έγινε ακόμα. Τα τσιγάρα μου είναι δανεικά και τα σπίρτα μου δυσλειτουργικά (κατάρα στην Ινδία). Διώχνω τον πονοκέφαλό μου με λίγο νερό και θυμάμαι όλα εκείνα τα πρωινά που ξύπνησα αγκαλιά με το χανγκόβερ και το άρωμα του καφέ να με σηκώνει πετώντας από το κρεβάτι, όπως στα καρτούν, Κυριακές με σύννεφα (υπάρχουν άλλες Κυριακές;), ίσως λίγη βροχή, με το αίμα μου γεμάτο οινόπνευμα, καφείνη και θρυμματισμένο ντεπόν, με το σπίτι μου ακατάστατο γιατί είμαι μικρός ακόμα (μη γελάς, είμαι), το τασάκι μου γεμάτο και τα ρούχα μου είναι πιτζάμα, φούτερ και Ρέι Μπαν, σαν βαμπίρ.
Συγκρίνω τη μέθη μου με σαμάνους του βορρά και βλέπω οράματα στα πάρτυ που μου λένε το παρελθόν και το μέλλον του πνεύματος μέσα από τους φίλους μου και γελάμε και χορεύουμε και μιλάμε για περίεργη μουσική και στο ορκίζομαι ότι ήταν κι αυτοί σαμάνοι κάποτε και ίσως θα είμαστε ξανά κάποτε όταν η γη καταπιεί τις βιομηχανίες μας. Ποιος ξέρει;
Ψάχνω ταινίες και θυμάμαι τις μέρες μου στην Αθήνα που είχα μόνο την τσάντα μου και έμενα σε σπίτια σαραντάρηδων με τατού Λεντ Ζέππελιν και καναπέδες και γάτες και γονείς πρώην αντάρτες και ποτά και μαξιλάρια στο πάτωμα. Δεν θυμάμαι πώς έλεγαν εκείνο το αγόρι που μέναμε μαζί δυο μέρες και είχε ωραία ντουζιέρα και είχα αράξει εκεί και το βράδυ βλέπαμε αστυνομικές σειρές και πίναμε κακάο και λέγαμε για παραλίες μες στο καταχείμωνο.
Και ακούω μουσική και πίνω καφέ χωρίς καλαμάκι (μου τελείωσαν λέμε), και αράζω στον καναπέ μου και πες ό,τι θες, αλλά μία από αυτές τις μέρες θα ξυπνήσω και θα είμαι στις σκάλες με μπύρα Προστ στο χέρι, θα κανει χριστούγεννα αλλά θα είμαι καλά ντυμένος να μην κρυώνω και θα μιλάω για ακατανόητα πράγματα (όπως κάνω τώρα).







Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Το πάρτυ στην άκρη του χρόνου.




  Το σπίτι ηταν μεγάλο και ζεστό και μύριζε κάπως σαν αυτό που νομίζω ότι θα μύριζε το σπίτι του Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Γύρω στα είκοσι άτομα βρίσκονταν διασκορπισμένα στον χώρο. Δεν ήξερα τους περισσότερους, χαιρέτησα κάπως τυπικά με ένα μικρό χαμόγελο και έψαξα με το βλέμμα μου για την Λη. Δεν την είχα δει ποτέ και απλά έψαχνα για την περιγραφή που μου είχε δώσει ο Ίγκορ. Έβγαλα το παλτό μου και το άφησα με αδέξιες κινήσεις στον πράσινο καναπέ δίπλα μου. Ένα πικ-απ έπαιζε έναν παλιό δίσκο του Τόνυ Σκοτ. Ένας ψηλός ξανθός άντρας ντυμένος με αριστοκρατικά ρούχα προηγούμενων δεκαετιών με πλησίασε χαμογελαστός.
-Καλησπέρα, ειμαι ο Ντμίτρι!
Έσφιξα το χέρι του.
-Γεια, είμαι ο Ζακ. Πώς πάει;
Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
-Όλα καλά. Η Λη μας είπε ότι θα ερχόσουν. Ο Ίγκορ;
-Δεν θα μπορέσει να έρθει απόψε. Θα φτάσει το πρωί.
-Υπέροχα! Έλα να σε συστήσω στους άλλους, η Λη ετοιμάζει ποτά και φαγητό ακόμα.
Χαμογέλασα.
-Ναι, γιατί όχι.


  Στα δύο μπαλκόνια στέκονταν μερικοί από τους καλεσμένους και μιλούσαν ευδιάθετοι. Στον ουρανό φαινόταν το τελευταίο φως της ημέρας να χάνεται. Απέναντι, στον μεγάλο τοίχο του σαλονιού υπήρχαν δύο μεγάλες κορνίζες με πορτρέτα του Πήτερ Μπρότζμαν και του Γουίλιαμ Μπάροουζ. Ένας μεγάλος Βούδας μας κοιτούσε από την κορυφή της βιβλιοθήκης.  
  Ακολούθησα τον Ντμίτρι σε μία παρέα που στεκόταν σε μία γωνία του δωματίου. Γύρισαν όλοι και με κοίταξαν με χαμόγελα. Συστήθηκα και άκουσα ονόματα που ξέχασα μετά από χρόνια. Όση ώρα μιλούσα ή μου μιλούσαν το μυαλό μου έτρεχε, χανόταν και έπιανα τον εαυτό μου να ψάχνει την Λη μέσα σε χαμηλό φως, καπνό, ομιλίες και δυνατή μουσική από κλαρινέτο. Όλα ήταν βουητό, ένα ευχάριστο βουητό. Μία γυναίκα μου προσέφερε ένα τσιγάρο. Ρεβέκκα ήταν το όνομά της ή πάλι παίζει η μνήμη μου;
-Καλωσήρθες!  Με το μαλακό, είναι δυνατό!
Της χαμογέλασα.
-Ευχαριστώ!
Έφερα το τσιγάρο στα χείλη μου και το άναψα. Στην πρώτη τζούρα ένιωσα τη γλώσσα μου να μουδιάζει από την γλυκιά γεύση. Η Ρεβέκκα δεν μου είπε ψέματα.
  Θυμήθηκα τον Ίγκορ που μου μιλούσε με ενθουσιασμό για τα πάρτυ στης Λη. Τον κόσμο, την μουσική, την αφρόκρεμα της τέχνης που έβρισκες εκει. Και άλλα πράγματα για τα οποία ήταν πιο μυστικοπαθής και έπαιρνε ύφος μικρού παιδιού που δεν θέλει να χαλάσει την έκπληξη:
 ''- Θα φτάσω κι εγώ το πρωί, μην φοβάσαι! Έχω μιλήσει με την Λη και μου είπε ότι θα σε περιμένει. Της έδειξα πίνακές σου και ενδιαφέρθηκε! Πίστεψέ με, δεν έχεις ξαναπάει σε τέτοιου είδους πάρτυ. Αλλά είπα ήδη αρκετά. Θα μιλήσουμε αύριο πιο συγκεκριμένα.''

Κοίταξα γύρω μου. Όλοι ήταν χαμογελαστοί και γεμάτοι ζωντάνια. Ο Ντμίτρι μιλούσε με τον Γιαν, έναν καθηγητή φιλοσοφίας σχετικά με κάτι που απαιτούσε να κάνει έντονες κινήσεις με τα χέρια του. Η Ρεβέκκα έστριβε γεμάτη ενέργεια τσιγάρα ενώ μιλούσε με άντρες και γυναίκες που της ζητούσαν ακόμη ένα ή την ρωτούσαν τα νέα της. Στον απέναντι καναπέ από την Ρεβέκκα καθόταν ο Φελίπε, ένας μουσικός, καπνίζοντας και μιλώντας παθιασμένα. Καινούριος κόσμος έφτανε κάθε λίγο. Ανά στιγμές πολλοί μου μιλούσαν χαμογελαστοί κι εγώ συστηνόμουν. Δεν άκουγα τι έλεγαν. Κάπνιζα και ένιωθα ήδη το κεφάλι μου ελαφρύ. Ένα πράγμα ήταν στο μυαλό μου. Η Λη.


-Η Λη έρχεται με τα ποτά!
  Η φωνή του Ντμίτρι με έκανε να γυρίσω απότομα και να κοιτάξω. Μία όμορφη μικροκαμωμένη γυναίκα γύρω στα τριάντα ερχόταν από την κουζίνα κρατώντας έναν δίσκο γεμάτο ποτήρια διαφόρων μεγεθών και περιεχομένων. Την ακολουθούσαν τρεις ακόμα γυναίκες κρατώντας ανάλογους δίσκους, ντυμένες κομψά. Χωρίς η ένταση του πάρτυ να μειωθεί μοίρασαν ποτά ανταλλάσσοντας σύντομες κουβέντες με τους δίχως άλλο ευχαριστημένους παρεβρισκόμενους. Κοιτούσα την γυναίκα που εδώ και τρία λεπτά ήταν η Λη. Η ηρεμία και η παιδικότητά της από τη μία, η σοβαρότητα και η δύναμή της από την άλλη με έκαναν να την περιεργάζομαι, κάθε μικρό της χαμόγελο, κάθε μικρή της κίνηση.
  Τελείωνα το τσιγάρο όταν ο Ντμίτρι παίρνοντάς την από τον ώμο την έφερε μπροστά μου.
-Αυτός είναι ο Ζακ! Ζακ επιτέλους, γνωρίζεις την Λη!
Έσβησα το τσιγάρο γρήγορα και σφίγγοντας το χέρι της προσπάθησα να ακουστώ όσο πιο τυπικός μπορούσα.
-Χάρηκα. Πολύ ωραίο σπίτι και ακόμη καλύτερο πάρτυ. Ο Ίγκορ με είχε προειδοποιήσει!
Χαμογέλασε.
-Σ' ευχαριστώ! Περνάς καλά;
Τα μάτια μου έπεσαν στο χαμόγελό της που αποκάλυπτε πανέμορφα δόντια. Χανόμουν σιγά σιγά στις λέξεις και την ανεπαίσθητη τραγουδιστή προφορά της.
-Ναι, όλα είναι τέλεια.
-Χαίρομαι! Βλέπω τελείωσες το τσιγάρο σου. Να, δοκίμασε από αυτό, η Ρεβέκκα έχει πίπα.
Έβγαλε από ένα μικρό ξύλινο κουτί που κρατούσε, ένα πάνινο πουγκί. Το άνοιξα και είδα μία μικρή ποσότητα εβένινου χασίς.
-Ω, είσαι πολύ καλή! Ευχαριστώ.
Άγγιξε τον ώμο μου.
-Μην το συζητάς. Δεν θα αργήσω.
-Εντάξει!

Την κοιτούσα καθώς απομακρυνόταν, μαγεμένος με την κίνησή της και τα μαύρα σγουρά μαλλιά της. Χάθηκε κάπου ανάμεσα στον κόσμο που συνεχώς αυξανόταν. Έψαξα για την Ρεβέκκα στο σημείο που την είδα τελευταία φορά. Ήταν ακόμη εκεί, κάπνιζε καθισμένη στον καναπέ με σταυρωμένα πόδια. Την πλησίασα κάνοντας μία αμήχανη χειρονομία χαιρετισμού.
-Γεια και παλι. Η Λη είπε ότι έχεις πίπα.
-Ναι, φυσικά! Σου έδωσε το δικό της έτσι δεν είναι; Ελπίζω να νιώθεις τυχερός, δεν το κάνει συχνα! Να, πάρε, κάπνισε εδώ αν θέλεις.
Κάθισα και μου έδωσε μια μικρή μαύρη πίπα με εξωτικά σκαλίσματα. Έβγαλα ένα μικρό κομμάτι και το έχωσα στην πίπα. Την άναψε η Ρεβέκκα και τράβηξα μία δυνατή τζούρα. Την ένιωσα μέχρι τα μάτια μου. Φύσηξα και λευκός πυκνός καπνός βγήκε φτιάχνοντας ένα μικρό σύννεφο. Η Ρεβέκκα με κοιτούσε.
-Είναι κάτι άλλο, έτσι;
-Ναι, σιγουρα!
Η καρδιά μου έκανε ακατανόητες μικρές κινήσεις και όλα πλέον φαίνονταν να έχουν διαφορετική υφή. Πιο τραχιά και λαμπερή ταυτόχρονα. Ένιωσα ένα ανόητο μικρό χαμόγελο να δίνει σχήμα στα χείλη μου.
Πολλοί χόρευαν στη μουσική του ''Caravan'', όμορφος καπνός σχηματιζόταν σε σημεία, δροσιά ερχόταν από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, με τα ζεστά φώτα του μπαλκονιού να ρίχνουν παιχνιδιάρικες σκιές στους ακουμπισμένους στα κάγκελα κυρίους και κυρίες οι οποίοι επιδίδονται στο σπόρ της συζήτησης-μετά-λικνίσματος-ώμου. Πολλών ειδών πρόσωπα περνούσαν και χαιρετούσαν τη Ρεβέκκα, πρόσωπα για τα οποία μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου το μυαλό μου σκαρφιζόταν ιστορίες και βιογραφικά σημειώματα πριν χαθούν για πάντα μαζί με τον καπνό που φυσούσα στο κενό.
''A Love Supreme'' και η κιθάρα του Μακλάφλιν με ανάγκαζε να κινούμαι ανάλογα με την διάθεσή της, με την Ρεβέκκα να έχει χαθεί μέσα στον προσωπικό της λαβύρινθο σκέψεων και οπτασιών, καθώς ήταν αρκετά μαστουρωμένη για να ξεχάσει την ικανότητα να προφέρει λέξεις. Μία γυναίκα με φωτεινά κόκκινα μαλλιά έβαλε στο χέρι μου ένα ποτήρι και χαμογελώντας πρόφερε μερικές λέξεις που υπό άλλες συνθήκες θα μου αποκάλυπταν την ταυτότητα του νέου μου αποκτήματος, αλλά δεν μπορούσα να τις επεξεργαστώ κι έτσι χαμογέλασα ευγενικά και είπα ''ευχαριστώ''. Καθώς έφερα το ποτήρι στα χείλη μου ένιωσα την γεύση από ρούμι, πορτοκάλι και κάτι πιο πικρό να ανεβαίνει μέχρι τους κροτάφους μου για λίγες στιγμές. Κρατώντας ακόμα το ποτήρι χάθηκα ξανά στις σκέψεις μου μαζί με τα χρώματα, τους ήχους και τις κινήσεις του χορού που περνούσε μπροστά μου, σαν μία κινηματογραφική προβολή σχεδιασμένη μόνο για εμένα. Σχεδιασμένη για εμένα από την Λη.

-Έλα, είναι ώρα.
Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα την Λη να μου χαμογελά προτείνοντας το χέρι της. Το έπιασα και σηκώθηκα, ευχάριστα ζαλισμένος από την έκπληξη. Είναι ώρα. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Έπιασα τον εαυτό μου να την κρατά απαλά από τη μέση και να την ακολουθεί μέσα από κόσμο, σχεδόν σαν να την ξέρω από καιρό και σαν να ξέρω που πηγαίνουμε.
  Μου έριχνε κλεφτές ματιές που δυσκολευόμουν να ερμηνεύσω. Ο χορός και η μουσική γύρω μας δυνάμωνε, ή ηχώ από τα τύμπανα χτυπούσε στο κεφάλι μου και εκσφενδονιζόταν πίσω, σαν μια συνεχόμενη αδιάσπαστη ενέργεια που έπρεπε να μοιράσει τον εαυτό της. Η Λη έβαλε κι αυτή το χέρι της στη μέση μου.
  Ήξερα πως ένιωθε αυτά που κι εγώ ένιωθα και έβλεπα. Ήξερα πως ο σκοτεινός διάδρομος που μας δεχόταν πλέον ήταν φτιαγμένος από την Λη. Ήξερα ότι έβλεπα καλά ενώ εκτεινόταν σαν ζωντανό ον τόσο μέσα μου όσο και απέναντί μου. Ήξερα ότι ο Ίγκορ θα ερχόταν το πρωί. Έβλεπα σιγά σιγά όλα αυτά που θα γίνονταν και θα άλλαζαν. Έβλεπα τους τοίχους να γεμίζουν ιριδισμούς και μουσική. Έβλεπα το κενό μπροστά μου να χαμογελάει στοργικά και να χάνομαι σε αυτό.
  Γύρισα και είδα για μια τελευταία φορά τους ανθρώπους να χαμογελούν, να πάλλονται, να χορεύουν, να μεθούν και να ταλαντεύονται σαν παλιές αναμνήσεις που ξεχνιούνται σε δευτερόλεπτα στην άκρη της στοάς που με καλούσε, σαν ένα θέατρο σχεδιασμένο μόνο για μένα. Σχεδιασμένο μόνο για μένα από την Λη.



Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Μαύρη Ύλη (I).

Ghost World (2001)



-Καλημέρα, να κάνω μια ερώτηση;
-Καλημέρα, βεβαίως.
-Εδώ έρχομαι αν έχω καταγεγραμένο όνειρο;
-Εεε ναι, τα έχετε συμπληρώσει όλα;
-Νομίζω. θέλετε να τα δείτε κι εσείς;
-Ε στα γρήγορα.
Ο υπάλληλος έβαλε τα γυαλιά του και άρχισε να διαβάζει τις κίτρινες σελίδες. Εγώ τον παρατηρούσα. Ήταν καλοξυρισμένος και έδειχνε νέος. Τα μαλλιά του μου θύμιζαν τους Kraftwerk και είχε σφιχτά δεμένη τη γραβάτα του.
Ξαφνικά με κοίταξε.
-Δεν το έχετε κατατάξει.
-Τι εννοείτε; Σχετικά με το είδος;
-Ε ναι, δεν μπορούμε να τα ελέγχουμε όλα.
Η φωνή του ακροβατούσε μεταξύ ενδιαφέροντος και τυπικότητας.
-Είναι πολύ αόριστο. Δεν καταλαβαίνω.
Απόρησα.
-Εεε τι εννοείτε;
-Είναι αόριστο. Περιγράφετε το πρώτο μέρος σαν να μπλέκεται με τα Εκτός.
-Ε ναι, ετσι ήταν.
-Μα δεν γίνεται να αφήνετε κενή την περιγραφή και την κατάταξή του. 
-Μα κι εγώ δυσκολεύομαι να το κατατάξω.
Έλεγα αλήθεια. Δεν ήξερα τι να προσθέσω και που να κατατάξω το όνειρο.
-Θέλετε να το ξανακοιτάξω και να το ξαναφέρω;
-Αν σας είναι εύκολο...
-Ευχαριστω.

Βγήκα από τα γραφεία και έστριψα προς το κέντρο. Έβαλα τα χαρτιά στην τσάντα μου, έστριψα ένα τσιγάρο και στάθηκα στην γωνία για λίγα δευτερόλεπτα. Σκέφτηκα ότι ήθελα καφέ. Περπάτησα αρκετά ανάμεσα σε ανθρώπους που μάντευα ότι πήγαιναν και αυτοί στα γραφεία. Ο κόσμος που τρέχει να καταθέσει καταγραφές ονείρων όλο και αυξάνεται με τον καιρό. Αναρωτιέμαι αν πότε η Γραμματεία θα κάνει την κατάθεση υποχρεωτική. Ίσως ποτέ, ίσως αύριο, δεν ξέρω.



[...]






-Πήγα για κατάθεση σήμερα.
-Στα Γραφεία; Τι έγινε;
-Έκανα λάθος λέει στην φόρμα, δεν τα είχα συμπληρώσει σωστά.
-Και; Τι έγραψες;
-Είναι περίεργο. Θα σου πω όταν είμαστε μόνοι μας.
-Οκ. Θες;
Η Ίνγκριντ μου έδωσε το τσιγάρο. Το πήρα και τράβηξα μια μεγάλη τζούρα. Ο καπνός μου έκαψε τον λαιμό αλλά η γεύση ήταν γλυκιά και καθησυχαστική. Σηκώθηκα όρθιος και της είπα ότι θα πάω να βρω τον Αριάν.
-Κράτα το. Πάω στο μπαλκόνι με τους άλλους, αν θες ποτό μίλα. 
Με φίλησε απαλά στο μάγουλο και της χαμογέλασα. Την κοίταξα καθώς απομακρυνόταν. Τα βήματά της συγχρονίζονταν με την μουσική.
Προχώρησα προς το άλλο δωμάτιο ανάμεσα σε πολύ κόσμο που χόρευε ή επινε ποτό και συζητούσε, χαιρέτισα τρεις γνωστούς, προσποιήθηκα μερικά ακόμη χαμόγελα και το τσιγάρο μου τελείωνε ενώ περπατούσα. Χάζευα για αρκετή ώρα τα φώτα, όταν ο Αριάν εμφανίστηκε μπροστά μου χαμογελώντας.
-Έχεις πιει αρκετά;
Προσπάθησα να τον κοιτάξω στα μάτια αλλά δυσκολευόμουν να εστιάσω.
-Δύο τσιγάρα. Που ήσουν;
-Μιλούσα με την Λώρα για τα καινούρια κομμάτια. 
-Α, δεν ήξερα ότι γράψατε πρόσφατα.
-Ναι, ο δίσκος τελείωσε ουσιαστικά. Έχουμε κάτι θέματα με την παραγωγή αλλά το χω.
Μου έκλεισε το μάτι. Τα γένια του τον έκαναν να φαίνεται άγριος αλλά κατά βάθος ήταν απο τα πιο ευχάριστα άτομα. 
-Τι κάνεις με την Ίνγκριντ;
Ένιωσα ένα ευχάριστο τρεμούλιασμα στα γόνατα.
-Δεν ξέρω, δεν έχουμε μιλήσει και πολύ εδώ και μέρες.
-Την είδα κι εγώ μετά από καιρό, είναι πολύ γλυκιά μαζί σου απόψε ε;
Χαμογέλασα και του έγνεψα ''ναι''.
-Είναι γαμώ τα παιδιά κι εσύ το ίδιο. Αλλά τώρα στο θέμα μας. Το τσιγάρο σου τελείωσε. Έχω ένα ωραίο μπονγκ μέσα. Τι λες;
Γέλασα.
-Εντάξει, αλλά μόνο επειδή το ζητάς ευγενικα.
Έβλεπα την μεγαλόσωμη φιγούρα του να ανοίγει δρόμο αγγίζοντας ευγενικά ώμους και χαμογελώντας. Τα δαχτυλίδια του γυάλιζαν μέσα στο χαμηλό φως και μου έδειχναν τον δρόμο.

 


[Συνεχίζεται]









Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Weltschmerz.

Ασφυκτυώ μπροστά σε αυτονόητα και καθημερινά πράγματα. Προσπαθώ να καταλάβω αν τα βρίσκω τρομακτικά ή υπερβολικά βαρετά.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Happy New Fear, By Graou Zel.


''What? Skrillex? Is this a new drug or something?''



...Είμαστε  έξω από το κτίριο.Ακούω μια μουσική που δεν πίστευα πως θα έπαιζε εκεί.Ας μην βγάζω βιαστικά συμπεράσματα λέω και συνεχίζω με την είσοδο μου στο κτίριο.Μπαίνουμε μέσα και μου ξαναλέω ''τελικά είχες δίκιο''.Δεν έπεφτε καρφίτσα κάτω, με εξαίρεση βέβαια τα ποτά που χυνόντουσαν όταν δεν κατέληγαν τελικά στον σκοπό τους.
Ξεκινάω να ακολουθώ το πρωτόκολλο κοινωνικοποίησης.

-Τι γίνετε ρε καλά;
-Εδώ μωρέ τα ίδια.



-Που 'σαι ρε που χάθηκες;Πως τα περνάς.
- Τα ίδια...εδώ τριγύρω είμαι.


-Έλα ρε συ καιρό έχω να σε δω.Καλά είσαι;
-Η αλήθεια είναι πως δεν πολυβγαίνω τον τελευταίο καιρό αλλά κατα τ'αλλα τα ίδια.


-Όλα καλά ρε;
-Τα ίδια...

Τα ίδια και τα ίδια, λέω.Τι άλλο θα μπορούσα να πω;Να πω πως δεν είμαι καλά;Θα αρχίσουν οι ερωτήσεις και βαριέμαι να απαντάω.Εξάλλου δεν θα τους πολυνοιάξει.Εξάλλου θα καταλάβαιναν;Απλά τηρούν και αυτοί το πρωτόκολλο κοινωνικοποίησης.Να πω πως είμαι καλά;Αφού δεν είμαι.Άσε που είναι και κάπως κλισέ σαν απάντηση (αλήθεια, γιατί όταν σου λέει κάποιος ότι είναι καλά δεν τον ρωτάς  για τον λόγο που είναι;).Οπότε λέω ''τα ίδια''και είμαι κάπως καλυμμένος .Ας προχωρήσουμε όμως....Μετά από κάποια λεπτά μέσα στον χώρο,αρχίζω να νοιώθω περίεργα.'Ισως φταίει που επικρατεί σαρδελοποίηση αλλά εγώ
 νοιώθω πολύ περίεργα.Σαν να είναι στημένη η όλη κατάσταση.Σαν να υπήρξε κάποιος σκηνοθέτης που να τους όρισε τις θέσεις τους,τις κινήσεις τους, τις ατάκες τους.Σαν να έχω βρεθεί σε μια προκαθορισμένη συζήτηση.'Ολοι ξέρουν τι θέμα να αναπτύξουν και πως θα το κάνουν.Δεν γαμιέται λέω και ανάβω την πίπα μου.Αρχίζω να μιλάω με ένα φίλο.Λέμε πράγματα για το παρελθόν για το παρόν και το μέλλον.Δεν μου ήταν ούτε παραγωγική η συζήτηση αλλά ούτε και αδιάφορη.Μας πλησιάζει μια κοπέλα και άρχισε να μιλάει στον φίλο.Φίλοι από παλιά και αυτοί.Εγώ πότε έμπαινα στην κουβέντα πότε χάζευα έναν πίνακα.Στο τέλος μας προσκάλεσε να πάμε στον μέσα χώρο όπου ήταν παρέα με τις φίλες τις.''Πάμε'' μου λέει ''μέσα στις κοπέλες'';''και δεν πάμε'' του κάνω εγώ. Πηγαίνει να πάρει ένα ποτό και ένα ποτηράκι νερό για τασάκι που του ζήτησα.Βρίσκουμε τις κοπέλες και συστηνόμαστε(πάνω απ όλα το πρωτόκολλο κοινωνικοποίησης).Την είχαν κάπως ακούσει από το αλκόολ.Καθόλου περίεργο.Κοιτάω την ώρα και ήταν τρεις και μισή.Πως πέρασε έτσι η ώρα;Κόσμος που χόρευε αλλά και κόσμος που  περνούσε  με έσπρωχνε για να πάει στον προορισμό του.Εγώ προσπαθούσα να ανάψω την πίπα και να μην χύσω το νερό.Δεν μπορούσα να συνηθίσω την όλη κατάσταση και επίσης άρχισε το σώμα μου να ανεβάζει θερμοκρασία με αποτέλεσμα να ξεκινάνε να με πιάνουν νεύρα.Πηγαίνω να βρω ένα ασφαλές μέρος για να αφήσω το πανωφόρι μου, να τελειώσω τον μισό τελειωμένο καπνό και να πετάξω το ποτήρι.Παράλληλα πήγα να βρω την παρέα με την οποία είχα έρθει.Είχαν αράξει στο μπαλκόνι και κάνανε τα δικά τους.Τους αφήνω όμως για να επιστρέψω στο πάρτι της ''Zion'' όπου δυστυχώς όμως δεν έπαιζε από πίσω juno reactor.''Παράρτημα είναι η φάση σήμερα'' λέω σε έναν που σίγουρα θα καταλάβαινε τι εννοούσα.''Γάμησετα'' μου λέει.(Σας είπα ότι είδα την φρίκη για την όλη κατάσταση, αποτυπωμένη στο πρόσωπο ενός ανθρώπου με γυαλιά όπου πάνω από το πουκάμισο του φορούσε ένα καρό μάλλινο;Δεν σας το 'πα).Επέστρεψα λοιπόν στον μεγάλο χώρο της σαρδελοποίησης.Βρήκα τον φίλο να μιλάει με μια τύπισα.Δεν ήθελα να τον διακόψω,εξάλλου δεν είχα λόγο για να το κάνω.Καθόμουν και προσπαθούσα να συνηθίσω την κατάσταση.Παρατηρούσα τις κινήσεις των ανθρώπων και προσπαθούσα να μαντέψω τι λέει ο ένας στον άλλον.Εξάλλου μέσα σε τέτοιες καταστάσεις μου αρέσει περισσότερο ο ρόλος του κοινωνιολόγου παρά....
'Υστερα από πολλές περιπλανήσεις μου στους χώρους του κτιρίου και ύστερα από  την διεξοδική μου κοινωνιολογική μελέτη,τα κατάφερα.Μπόρεσα να συνηθίσω την ύπαρξη μου μέσα στον χώρο αυτό.''Κατάφερα να γίνω ένας από εσάς''  λέω από μέσα μου και πήγα να γίνω και εγώ μια  μικρή σαρδελίτσα που συμπληρώνει αυτήν την υπέροχη ποίηση.
Έχουν περάσει λοιπόν κάποια ψήγματα της ώρας και πλέον είμαι μέλος αυτού του συρφετού.Γυρίζει ο Γιώργος και μου ψιθυρίζει στο αυτί ''Zion!'' και εγώ τον κοιτάζω και του χαμογελάω.Για κάποιο περίεργο λόγο είχαμε μπει στο κλίμα της ατμόσφαιρας του matrix πριν ακόμα φτάσουμε στον τελικό μας προορισμό.Μάλλον θα έφταιγε η αμφίεση μου,ας είναι.Πλέον είμαι με τον Γιώργο σε μια γωνιά και αναλύουμε .Μεταφερθήκαμε όμως στην ησυχία πλέον του μπαλκονιού.Ξημέρωνε και εμείς αρχίσαμε τους αφορισμούς κοιτάζοντας την αλλαγή του ουρανού και τους περαστικούς μικροαστούς που γυρίζανε πίσω στις μυρμηγκοφωλιές τους.Αυτόν όμως τον μικρό διαλογισμό μας τον χάλασε μια φασαρία που
άρχισε να φουντώνει στα εσώτερα του χώρου.Αναμενόμενο ήταν έτσι και αλλιώς αν επεξεργαστεί κανείς τα δεδομένα τις κατάστασης.Μπαίνουμε μέσα λοιπόν και με πλησιάζει μια φίλη (όπου την είχε ακούσει κάπως) η οποία μου λέει να μην δίνω σημασία στο τι γίνετε και να αφεθώ στην ενέργεια της μουσικής.Της χαμογέλασα.Μετά από λίγο με ρωτάει αν έχει δώσει σε μένα τον καπνό της και της λέω πως όχι.Μετά μου εξήγησε τον συνειρμό της.Δηλαδή,ρώτησε εμένα πρώτο γιατί ήμουν το πρώτο άτομο που θα εμπιστευόταν.Την ευχαρίστησα δίνοντας της ένα φιλί και εκείνη σκάλωσε.Μου λέει πως της άρεσε αυτή η χειρονομία και πως λιώνει.Εγώ την κοιτούσα προσπαθώντας να καταλάβω την σκέψη της.
Καθισμένος πλέον στο μπαρ καπνίζω την πίπα μου και πίνω μια αλκοολική πορτοκαλάδα .Πήγα τουαλέτα και αντίκρισα την επέλαση των Ούννων.Άρχισα πάλι τους αφορισμούς.''Θέλετε επανάσταση ε;Εδώ δεν μπορείτε να κατουρήσετε σαν άνθρωποι και θέλετε μια πιο ανθρώπινη κοινωνία ε;''Σκεφτόμουν και κατούραγα.Επέστρεψα στο μπαρ.Ο συρφετός είχε αραιώσει.Με καληνύχτισε ο Γιώργος και εγώ έμεινα να τα λέω με την φίλη.Καταλάβαινα αυτά που μου έλεγε αλλά εγώ δεν ήμουν σε πνευματική διαύγεια ώστε να τις δώσω όμορφες απαντήσεις.Τέλος έφυγε και αυτή και μετά από λίγο έφυγα και εγώ με την Τζο η οποία ήταν χαρούμενη γιατί θεωρούσε πως αυτή η πρωτοχρονιά ήταν η καλύτερή της.

9:00 π.μ και εμείς περπατάμε αντικρίζοντας τις στομαχικές ανασφάλειες των ανθρώπων.Είχε ψύχρα έξω.Λογικό είναι. Αποχαιρετιστήκαμε με την Τζο και αναχώρησα για το βασίλειο μου μέσα σε μία  κόκκινη άμαξα.Άλλη μια πρωτοχρονιά πέρασε.Καμία διαφορά.

Happy new fear



 Graou Zel