Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Gott ist tot.

''Ha, ha, ha! Isn't David Lynch horrible, Donnie?'' Scary bunny from Donnie Darko (2001)

Σταμάτησα το αμάξι μετά από 160 χιλιόμετρα δρόμο. Είχε μόλις αρχίσει να πέφτει ο ήλιος και αυτό μαζί με το μπουκάλι Jim Beam και το τσιγάρο με έκανε να αισθάνομαι σαν αυτούς τους τύπους στα road movies και τα μπιτ μυθιστορηματα (colour me Burroughs), οπότε ανέβηκα στο καπό και έμεινα να κοιτάζω το ηλιβασίλεμα, με τον καπνό στα ρουθούνια μου και το ποτό στα χείλη μου, σαν ελάφι που κοιτά αποχαυνωμένο τους προβολείς ενός φορτηγού στην μέση του δρόμου, λίγο πριν την σύγκρουση.
Το τέρας ήρθε οταν ο ήλιος ήταν πλέον μόνο μια λεπτή γραμμή στον ορίζοντα. Δεν έγινε όπως στα φτηνά φιλμ του '80, δεν ήταν κρυμμένο ανάμεσα σε δέντρα, δεν προανήγγηλε τον ερχομό του με ουρλιαχτά. Η φιγούρα του άρχισε να σχηματίζεται κάπου μακρία, καθώς αυτό περπατούσε προς το μέρος μου. Καθώς πλησίαζε, το παρακολούθησα με σιωπηρή απελπισία και έναν σταθερά αυξανόμενο παραλυτικό φόβο. Καλυμμένο απο σκοτεινό σταχτί τρίχωμα το σώμα του ήταν κυρτό μπροστά, με τα μακριά φρικτά χέρια του μαζεμένα, σαν ένα εφιαλτικό αλογάκι της παναγίας. Τα δάχτυλά του, στολισμένα με μακριά νύχια, έτρεμαν ανεξέλεγκτα.
'Οταν έφτασε μπροστά μου, έμεινε για λίγο ακίνητο να με κοιτάζει. Ξαφνικά μου έδειξε ενα ανατριχιαστικό χαμόγελο που έκανε το αίμα μου να παγώσει.
''Εσένα έστειλαν;'' είπε το σκυλίσιο στόμα. Δεν μπορούσα να απαντήσω. Δεν ήξερα τι έπρεπε να με τρομάξει περισσότερο. Το ότι μπροστά μου στεκόταν ένα πλάσμα που μόνο από έναν πρωινό εφιάλτη θα μπορούσε να έχει βγει ή για το ότι μου μιλούσε σαν να ήμουν το ντηλέρι που περίμενε.
''Εσένα  έστειλαν;'' επανέλαβε το τέρας. Αποφάσισα ότι θα τα παίξω όλα για όλα, αφού ούτως ή άλλως μάλλον θα γινόμουν τροφή για τον δαίμονα.
''Ναι, εμένα έστειλαν. Δεν σου κάνω;''
Το κτήνος με κοίταξε, μισοκλείνοντας τα λευκά μάτια του. Δεν ξέρω αν στο ασύλληπτο μυαλό του με κατέταξε ως τρελό ή ηλίθιο. Ίσως τίποτα από τα δύο.
''Αυτό θα το δούμε. Δώσε μου το μπουκάλι πρώτα'' ειπε και έδειξε το ουίσκι που κρατούσα. Υπάκουσα και αυτό το άρπαξε και σηκώνοντάς το πάνω από το στόμα του κατέβασε τέσσερις μεγάλες γουλιές βγάζοντας ήχους τόσο αηδιαστικούς, που με έκανε να αναρωτηθώ αν το λαρύγγι του κατοικούνταν από κάποιο άγνωστο είδος εντόμων. Αφού το άφησε πάνω στο καπό, συνεχισε:
''Λοιπόν, δεν με ενδιαφέρει τι τρέχει με τον γήινο χρόνο. Εγώ πάντως έχω απειρο στην διάθεσή μου. Αν επιλέξεις να τον σπαταλήσεις με ηλίθιες ερωτήσεις είναι δικό σου πρόβλημα. Έχω να σου πω κάποια πράγματα και θα τα μεταφέρεις χωρίς να αλλάξεις ούτε μία λέξη.''
''Εντάξει.'' είπα και άναψα καινούριο τσιγάρο. Αφού εξασφάλισα ότι θα ζήσω, το μόνο που ήθελα ήταν να ξεμπερδεύω με αυτήν την ιστορία, να νοικιάσω ένα φτηνό δωμάτιο σε κάποιο μοτέλ στην άκρη του δρόμου και να τρελαθώ με την ησυχία μου.
''Αυτό που ψάχνετε είναι θαμμένο, όχι πολύ μακριά από δω. Ξέρεις τα Βράχια της Χήρας; Όταν δεις τον νότιο βράχο θα καταλάβεις. Εκεί είναι, περίμενε αιώνες αμέτρητους, όπως θα λέγατε, για να το βρείτε εσείς! Χα, χα, χα! 'Ανθρωποι!'' το γέλιο του μου έφερε ναυτία. ''Είναι σχεδόν απίστευτο! Όπως και να 'χει, είναι εκεί, δεν θα δυσκολευτείτε στην εκταφή, είναι στα ρηχά.
Πρόσεξε ομως,'' τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. ''Όποιος πάει μόνος του θα τρελαθεί. Υπάρχουν πράγματα που δεν είναι φτιαγμένα για τα μάτια ή τα σώματα των ανθρώπων, πράγματα που ακόμη και σε μένα προκαλούν φόβο.''
''Σημειώθηκε.'' βιάστηκα να προσθέσω. Αυτό συνέχισε:
''Όπως σου είπα, το δύσκολο μέρος δεν είναι η εκταφή, θα το βρείτε εύκολα.''
Κοίταξε προς τα κάτω.
''Και τώρα είμαστε εντάξει. Το χρέος έκλεισε, όπως είχε συμφωνηθεί τον παλιό καιρό. Μπορεί να ξαναειδωθούμε. Αντίο.'' γύρισε και με βήματα και τρομακτικές συσπάσεις του σώματός του, αρχισε να περπατά προς τα βουνά.
''Καλό βράδυ!'' φώναξα ζαλισμένος.
''Όποιος πάει μόνος του θα τρελαθεί''Κυνήγι θησαυρού λοιπόν. Το φτυάρι μου είναι στο αμάξι. Το ίδιο και το νερό και τα τσιγάρα μου. Κυνηγι θησαυρού. Όλα αυτά κάτι μου θυμίζουν, αλλά δεν έχω χρόνο. Θα ασχοληθώ αργοτερα με το κτήνος.
''Όποιος πάει μόνος του θα τρελαθεί''
Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό που έκανε ένα τέτοιο πλάσμα να έρθει να μου μιλήσει (ή τουλάχιστον σε όποιον ήλπιζε να βρει εδώ).
''Το δύσκολο μέρος δεν είναι η εκταφή''
Ποιο είναι το δύσκολο μέρος, φίλε; Με τι παίζουμε απόψε; Θα μάθω σε λίγες ώρες, μάλλον πριν την αυγή.
''Όποιος πάει μόνος του θα τρελαθεί''
Δεν χρειάζεται να ανησυχείς, φίλε. Έχω ήδη τρελαθεί.



Ουτούμνο

3 σχόλια:

  1. μου εξιτάρει την περιεργεια.
    ηταν περιεργο. γαμησε. θα χει συνεχεια?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μαλλον ναι. Κι εμενα με ιντριγκαρε το αποτελεσμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. 13/2/2004 βάρδια 00.00-08.00
    Η ώρα δύο το βράδυ, το κέντρο παίρνει αναφορές.
    "Όλα καλώς κέντρο" απαντά στον ασύρματο το άσημο ανθρωπάκι.
    Εδώ που τα λέμε, όλοι άσημοι είμαστε, αλλά ο φύλακας ίσως να αξίζει λιγότερο
    κι από τον σκύλο του εργοταξίου. Κάποτε ίσχυε κάτι παρόμοιο για τις γυναίκες.
    Πού ξέρεις, ίσως να αναγνωρισθεί κάποτε και η όποια προσφορά μου.
    Αλλά για κάτσε μια στιγμή, τι προσπαθώ να το παίξω, οσιομάρτυρας;
    Μήπως κάνω καμιά βαριά δουλειά; Μήπως εισπνέω όλες τις παπαριές της γαλαρίας, μήπως μπαίνω
    στο καλάθι του θανάτου και απαιτώ το σεβασμό των άλλων; Φίλε μου, το σεβασμό τον κερδίζεις, δεν τον απαιτείς.
    Μην υποπίπτεις λοιπόν στο ολίσθημα της υψηλής αυτοεκτίμησης και στην επικριτική στάση απέναντι στους άλλους.
    Ο καθείς προσπαθεί να τη βολέψει, να τη βγάλει καθαρή.
    Η ώρα δυόμιση, ο συνάδελφος καλεί για αναφορά.
    "Όλα καλώς κέντρο", δεν κοιμάμαι, το καθήκον εκτελώ.
    Είμαι ο Μ12, ο Μ8, ο Α7, όχι πάντως ο Δημήτρης, ο Μιχάλης...
    Ο συνάδελφος δεν έχει όνομα, είναι απλά το "κέντρο".
    "Όλα καλώς κέντρο" και συνεχίζεις μέχρι να σχολάσεις.
    Χαιρετάς τον μπάρμπα με το ζωντανό αλλά ταυτόγχρονα κουρασμένο βλέμμα,
    φέρνεις μια βόλτα με τα μάτια το χώρο ευθύνης, λες μια δυο καλημέρες και δρόμο για
    το σπίτι, την καφετέρεια, ψάχνεις ένα λιμάνι για να δέσεις.
    "Καλή βάρδια Μ12", "Καλή βάρδια Μ8", "καλή βάρδια κέντρο",
    "Καλημέρα μπάρμπα", "καλημέρα κυρ εργοδηγέ",
    "Κακό χρόνο να έχουμε, έτσι που καταντήσαμε"...
    by Mitsos Tsikrikas

    ΑπάντησηΔιαγραφή