Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Waking up.

 Ο ύπνος μου σπάει από σποραδικούς ήχους και τραντάγματα, ξυπνάω μέσα στην κουκούλα μου να κρυώνω και τα μάτια μου βαριά. Το φως είναι λευκό, αυτό που έχει η μέρα μετά την βροχή, δεν θυμίζει μεσημέρι. Σιγά σιγά θυμάμαι το μέρος από τα σχήματα και το βάρος του αέρα.

 Ενώ κοιμόμουν ονειρεύτηκα καλοκαίρι και νερό κι εσένα, μα τα πρόσωπά μας ξεθωριάζουν και μου φαίνονται αστείες οι κινήσεις μας, οι δικές μας, ο κώδικάς μας, μα κάθε σκέψη την νιώθω στο στομάχι μου. Προσπαθώ να ξυπνήσω ολόκληρος και αναρωτιέμαι τι βλέπεις αυτή την στιγμή, τι νιώθεις. Κρυώνεις, κοιμάσαι, πεινάς, γελάς, διαβάζεις, χαζεύεις, ερωτεύεσαι, κοιτάς έξω από το τζάμι σου το κενό και κρατάς τον καφέ ξεχασμένο στο χέρι, προσπαθείς να ξυπνήσεις; Μιλάς ποτέ για μένα όταν είσαι μονη σου; 

 Κρυώνω αλλά βαριέμαι να σκεπαστώ, αυτός είμαι πια. Κοιτάζω εξω από το τζάμι και αναρωτιέμαι που είσαι και πότε άρχισα να ακούω múm. Πόσο τέλεια είναι η ζωή σου, πίνεις περισσότερο από παλιά, μαγειρεύεις, δουλεύεις, κοιμάσαι καλά, βλέπεις Φιλαράκια τα σαββατοκύριακα στην τηλεόραση; 

 Αύριο πάω σπίτι μετά από καιρό. Θα αράξω στο δωμάτιό μου πρώτη φορά μετά από πολύ κρύο. Θα φάω φαγητό φτιαγμένο για ανθρώπους, θα νιώσω ζέστη, θα δω τους δικούς μου, θα πιω με τους φίλους μου. Θα δω Φιλαράκια το σαββατοκύριακο στην τηλεόραση. Σε λίγες μέρες γίνομαι ένα τέταρτο του αιώνα (τρομακτικό ε;) και κάποιο βράδυ θα αποκοιμηθώ κάπου αγκαλιά με ένα μπουκάλι και τον Βασίλη. Και όταν με ρωτήσουν "τι έχεις;", δεν θα ξέρω από που να αρχίσω.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Wake up Donnie.

Κοιμάμαι, ξυπνάω, πεθαiνω και στοιβάζομαι σε φορτηγά, τα χέρια μου γέρασαν από το κρύο και τα κοιτάζω μέσα από στρώσεις νύστας. Τα όνειρά μου έχουν αλλάξει εδώ και καιρό αλλά θυμούνται πώς ταξιδεύω μέσα από τις σήραγγές τους. Μου λεiπει η ζέστη, μου λεiπουν τα χρώματά σου, μου λεiπει να κοιμάμαι όπως κοιμούνται αυτά που μόλις γεννήθηκαν.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Never have i ever.

Boom


Ήσουν έξω από ένα σχολείο, δεν θυμάσαι γιατί και πετυχαίνεις τον φίλο μου που του έστειλα τις φώτος και του λες ''ο Γιώργος που είναι;'' και δεν θυμάσαι τι σου είπε. Αλλά έκανε πάρα πολύ κρύο και ήταν αυτός με μία φίλη του και βγάζουν απο την τσάντα τους φόρμες και τις φοράνε πάνω από τις φόρμες που φορούσαν ήδη. Και τους λες ότι ''καλά, γιατί φοράτε δύο παντελόνια και δεν φοράτε μπουφάν;'' Και σου είπαν ότι δεν ξέρεις πως λειτουργεί το κρύο.
Μετά γύρισες σπίτι και ήμουν στον καναπέ κουκουλωμένος εκτός από το κεφάλι μου και μου κανεις ''τι κάνεις εδώ;'' και πετάγεται η Coco, η οποία δεν είχες ιδέα πού ήταν και γιατί ήταν εκεί και λέει ''κοιμήσου εδώ'' και φρικάρουμε εμείς και λέμε ''δεν γίνεται ρε συ, θα ξυπνήσουν οι γονείς μου'' και ή Coco λέει να κοιμηθώ στης Ανναέλ τότε και εγώ σου είπα ''ναι, αλλά θέλω να έρθεις κι εσύ''. Boom.



Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Stranger than paradise.

How cute


Όταν έγειρα στον ώμο σου, η δεξιά μου πλευρά έλιωσε λίγο και έγινε ζεστό ζελέ από αστέρια, στην πλάτη μου έχω ένα σημάδι χεριού που πάνω του φυτρώνουν δέντρα τώρα, έχω στο πρόσωπό μου το άρωμα που είχαν τα χριστούγεννα στην εφηβεία και το κρύο δεν με ενοχλεί, περνάει μέσα από το δέρμα σου και έρχεται πάνω μου ζεστό.
Ονειρεύομαι φίδια και δεν με πειράζει γιατί θα ξυπνήσω και θα νιώσω 15 και θα εισπνεύσω το άρωμα που αφήνεις, που φεύγει από κοντά σου σαν συμπαγές χρυσαφί σύννεφο.
Κοιμάμαι και με τυλίγει ένα νεφέλωμα από αστρόσκονη και ψίθυρους και κάνει τα μέσα μου να γίνονται μια κόκκινη ενέργεια με ανθρώπινο σχήμα.
Φεύγω και θα πάω να βουτήξω σε χώμα και παγωμένο νερό, αλλά θα βγαίνω χαμογελαστός γιατί δεν στο λέω ακόμα, αλλά θα πάρω λίγη από την ανάσα σου μαζί μου σε ένα μπουκάλι μαγικού φίλτρου για να ζωντανεύω αν οι σκέψεις μου πάθουν υποθερμία.


Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Weightless again.

What are you dreaming of?


Μερικές μέρες νιώθω πως ο θάνατος θα έχει γεύση ουίσκι και χαράς. Θα μου μιλήσει και θα το συζητήσουμε λίγο, ώριμα, θα συμφωνήσω στα επιχειρήματά του και θα είμαστε εντάξει. Θα κάτσουμε λίγο να κάνουμε κανά δυο τσιγάρα και να πιούμε και ένα καλό μπέρμπον και θα γελάσουμε. Φεύγοντας θα δώσουμε και τα χέρια σαν τζέντλμεν.
Και θα κάτσω αναπαυτικά και θα χαμογελάω, δίπλα από το σπίτι θα είναι το δάσος καταπράσινο και μεσημεριανό, με παιχνιδιάρικους ήχους. Και θα μαθαίνω για όλα τα ωραία πράγματα που κρύβονται στο δάσος την ώρα που θα φεύγω.
Και θα μου πει να μην ανησυχώ και ότι είναι σαν τα ταξίδια που κάνω τα βράδια κι εγώ θα γελάσω και θα του πω οτι το ήξερα από πάντα. Μα θα του πω ότι φοβάμαι και θα μου κρατήσει το χέρι σφιχτά και θα δακρύσω. Αλλά θα μου πει:

''Γιατί κλαις; Πάλι θα βλέπεις τα δάση και τη νύχτα τα αστέρια θα είναι πιο φωτεινά και πιο κοντά από ποτέ, ο μάθεις την γλώσσα του νερού που κυλάει στα βουνά, θα κουρνιάζεις στα δέντρα και θα μάθεις τι λέει ο άνεμος τις νύχτες που παραπονιέται. Τώρα θα πετάς κιόλας.''

Και θα του πω ότι έχω και μία αγάπη κάπου. Θα μου πει ότι θα με βρει όμως και θα ταξιδεύουμε μαζί, εξερευνητές αστεριών και θαλασσών και θα μιλάμε με ομίχλη. Σε αυτό το σημείο θα χαρώ και θα νιώσω ότι τον καθυστερώ γιατί έχει κι άλλες δουλειές αλλά θα μου πει ότι δεν έχει πρόβλημα.

Θα είναι δροσερό μεσημέρι και θα κοιτάζω έξω από το παράθυρο, τα πουλιά θα ακολουθούν την ανάσα μου περιμένοντας, το δάσος θα φτιάξει μια ζωντανή σπηλιά που θα με καλεί. Αυτός θα μου πει:

''Θα τελειώσει πριν το καταλάβεις, πάρε μια βαθιά ανάσα. Είναι σαν να γεννιέσαι αλλά ανάποδα. Το χεις ξανακάνει, δεν το θυμάσαι.''

 Θα χαμογελάσω και θα περάσω στην άλλη πλευρά πετώντας όπως κάνω τα βράδια που φεύγω από το δωμάτιό μου με την ομίχλη και μαθαίνω πως να πετάω ενώ το σώμα μου κοιμάται. Θα αφήσω το σπίτι πίσω μου και θα τραβήξω για το δάσος να ξεκουραστώ στο νωπό χώμα και να δω τον μεσημεριανό ήλιο με τα καινούρια μάτια μου.
Μερικές μέρες σαν σήμερα νιώθω ότι ο θάνατος θα έχει τη μυρωδιά των φύλλων μετά τη βροχή και την ζεστασιά της Κυριακής. Λατρεύω αυτές τις μέρες.